Στη μελέτη, αναφέρεται ότι οι 3.000 γέφυρες είναι στο δίκτυο των αυτοκινητοδρόμων της χώρας και οι άλλες 3.000 στο παλιό εθνικό δίκτυο.

Ειδικότερα το μεγαλύτερο πρόβλημα παρατηρείται στις γέφυρες του παλαιού οδικού δικτύου της χώρας, όπου ήδη έχουν υπάρξει καταστροφές σε γέφυρες, όπως της Καβάλας και της Ροδόπης, ενώ υπάρχουν και άλλες που κινδυνεύουν.

Συγκεκριμένα στην εισηγητική έκθεσή τους αναφέρουν ότι «εκτός από τη γέφυρα της Καβάλας, που κατέρρευσε εγκλωβίζοντας δύο οχήματα και ένα γερανοφόρο όχημα, χωρίς, ευτυχώς, να υπάρξουν θύματα, υπάρχει και η γέφυρα του Ιάσμου στη Ροδόπη που κατέρρευσε πριν από δύο, περίπου έτη. Επίσης, υπάρχουν και οι γέφυρες του Νέστου και του Αξιού των οποίων είναι γνωστή η ανεπάρκεια στη φέρουσα ικανότητα. Υπάρχει, ακόμη, η γνωστή για τα πολλά προβλήματά της γέφυρα άνω διάβασης επί της οδού σύνδεσης του Λιμένα Θεσσαλονίκης με το Καλοχώρι, του ΠΑΘΕ και την Εγνατία Οδό. Είναι γνωστό ότι με εξαίρεση τις γέφυρες των σύγχρονων αυτοκινητοδρόμων που κατασκευάστηκαν τα τελευταία χρόνια και υπόκεινται σε συστηματικούς ελέγχους, οι υπόλοιπες γέφυρες του παλιού εθνικού και επαρχιακού δικτύου είναι αφημένες στην τύχη τους. Υπάρχει μάλιστα, ενίοτε, σύγχυση αρμοδιοτήτων ως προς τις ευθύνες μεταξύ Περιφερειών και Δήμων, γεγονός που ανεδείχθη πολύ άσχημα με αφορμή την κατάρρευση της μνημονευθείσας ήδη γέφυρας της Καβάλας. Όσον αφορά το κόστος αποκατάστασης των πασχουσών από δομική ανεπάρκεια ελληνικών γεφυρών αυτό εκτιμάται ότι είναι της τάξεως μερικών δισεκατομμυρίων ευρώ. Αυτά, από πολλά ολίγα, αναφορικώς με τις υπάρχουσες ελληνικές γέφυρες».

Η κατάρρευση της γέφυρας στην Καβάλα στις 9 Νοεμβρίου 2018 αποδίδεται από το ΤΕΕ/ΤΚΜ «αφενός στην εξαιτίας της διάβρωσης των οπλισμών μείωση της φέρουσας ικανότητας του φορέα της γέφυρας και αφετέρου στην υπέρβαση των επιτρεπόμενων από τα φορτία καταπονήσεων...».

Μάλιστα, στην έκθεση επισημαίνεται ότι κατά πάσα πιθανότητα «η κατάρρευση της γέφυρας της Καβάλας, ήταν δυνατόν να αποσοβηθεί», εννοείται μετά από έλεγχο της γέφυρας, ο οποίος θα είχε προηγηθεί.

Όπως τονίζεται στη μελέτη, «οι καταρρεύσεις των γεφυρών λόγω σεισμού σχετίζονται σχεδόν αποκλειστικώς με ανεπάρκεια των μεσοβάθρων, καθώς και με τα μικρά μήκη εδράσεως του φορέα σε αυτά. Επίσης, ο κίνδυνος κατάρρευσης λόγω σεισμού είναι στατιστικώς πολύ μικρότερος, συγκρινόμενος με τον κίνδυνο κατάρρευσης του φορέα εξαιτίας κυρίως της γήρανσης και ενδεχομένως της αύξησης του μεγέθους των φορτίων κυκλοφορίας. Εξάλλου σύμφωνα με τους Αντισεισμικούς Κανονισμούς, η περίοδος επαναλήψεως του σεισμού σχεδιασμού είναι 475 έτη με πιθανότητα υπέρβασης 10% για χρόνο ζωής της γέφυρας τα 50 έτη, και 19% για τα 100 έτη»..

Η ομάδα εργασίας του ΤΕΕ/ΤΚΜ, με συντονιστή τον Ι. Τέγο και μέλη τους Ι. Μοσχονά, Μ. Τσιτώτα, Χ. Καρακώστα, Β. Λεκίδη, Κ. Μορφίδη, Ι. Μαυράκη, Δ. Κωνσταντινίδη, Π. Πανέτσο και Π. Δασκαλούδη (όλοι πολιτικοί μηχανικοί) ολοκλήρωσε μέσα σε διάστημα ενός έτους μια επίπονη εργασία για τη μελέτη, «Διεξαγωγή ελέγχων για τη διαπίστωση της δομικής επάρκειας των γεφυρών της Κεντρικής Μακεδονίας», εστιάζοντας δυο βασικές παραμέτρους:

  • Ο αντισεισμικός έλεγχος των γεφυρών, σύμφωνα με τη δοθείσα εντολή, δεν πρέπει να αποτελέσει πρώτη προτεραιότητα ελέγχου, καθώς ο μείζων κίνδυνος προέρχεται από την ανεπάρκεια σε φέρουσα ικανότητα οφειλόμενη, αφενός στα διαρκώς αυξανόμενα φορτία κυκλοφορίας και αφετέρου στη γήρανσης των γεφυρών.
  • Προκειμένου να γίνει η αρχή στην ίδρυση ενός Ενεργού Εθνικού Μητρώου Γεφυρών προτείνεται ένας Πρωτοβάθμιος Έλεγχος, ώστε να απογραφούν οι υπάρχουσες γέφυρες και να εντοπισθούν αυτές που έχουν τα μεγαλύτερα προβλήματα. Κατόπιν να εξετασθούν άμεσα από Δευτεροβάθμια Επιτροπή, η οποία θα προτείνει τα ληπτέα μέτρα αποφυγής κατάρρευσης, αφού διεξαγάγει λεπτομερέστερο έλεγχο συγκριτικώς με εκείνον της πρωτοβάθμιας Επιτροπής.

Πηγή: voria.gr