Το ημερολόγιο δείχνει 26 Σεπτεμβρίου 1989. Ο Παύλος Μπακογιάννης κατευθύνεται πεζός και μόνος προς το γραφείο του στην οδό Ομήρου στο κέντρο της Αθήνας. Έχει ζητήσει από τον αστυνομικό συνοδό του να ξεκουραστεί, γιατί το προηγούμενο είχαν αργήσει. Δεν πίστευε ότι κινδύνευε. Δεν μπορούσε να φανταστεί ότι ένα μετριοπαθής πολιτικός, κοινής αποδοχής, θα βρίσκονταν στο στόχαστρο της τρομοκρατικής οργάνωσης φάντασμα. Το ρολόι δείχνει 07:58, όταν τρεις ένοπλοι κυκλώνουν τον βουλευτή της Νέας Δημοκρατίας και με τέσσερις βολές από δύο 45άρια πιστόλια τον εκτελούν στην είσοδο της πολυκατοικίας. 

Οι σφαίρες τους προκαλούν βαθύτατα τραύματα στο κορμί του Παύλου Μπακογιάννη, αλλά και στη Δημοκρατία. Ο υπέρμαχος του διαλόγου για την κομματική ενότητα, της πολιτικής συνεννόησης πέφτει νεκρός από τις σφαίρες των τρομοκρατών της «17Ν». Πρόκειται για μία εν ψυχρώ δολοφονία που θα σημαδέψει την πολιτική ιστορία του τόπου και σήμερα -30 χρόνια μετά- με τον Δημήτρη Κουφοντίνα να απολαμβάνει τις ευεργετικές διατάξεις του Νόμου και της Δημοκρατίας εβρισκόμενος σε αγροτικές φυλακές. Ο «φαρμακοχέρης» της τρομοκρατικής οργάνωσης φάντασμα ακόμη και σήμερα, μέσα από τα βιβλία του, δεν έχει καταφέρει να δώσει πειστικές εξηγήσεις γιατί επελέγη ο συγκεκριμένος στόχος. Κι αυτό είναι κάτι που πρέπει να μας απασχολεί... 

Ο αποχαιρετισμός από τον καπετάν-Γιώτη

Η είδηση της εκτέλεσης του προκάλεσε σοκ, καθώς τόσο ως δημοσιογράφος όσο και ως βουλευτής της ΝΔ είχε ήδη καταγράψει στον δημόσιο βίο του μία πορεία που τον κατέτασσε στις πιο ήπιες και ενωτικές φωνές της πολιτικής ζωής. Είχε δώσει έντονο αντιδικτατορικό αγώνα και αμέσως μετά την πτώση της Χούντας αφιέρωσε την ζωή του στο να σβήσουν τα πάθη του Εμφυλίου Πολέμου και να υπάρξει η λεγόμενη «εθνική συμφιλίωση». Η φράση του, που αποτύπωνε τη φιλοσοφία της ζωής του είναι ότι «μπορούμε να διαφωνούμε, γιατί μπορούμε να συνυπάρχουμε». Η δολοφονική επίθεση εναντίον του Παύλου Μπακογιάννη προκάλεσε ερωτήματα ακόμη και τους υποστηρικτές της «17Ν», καθώς επρόκειτο για την πλέον μετριοπαθή φωνή της κεντροδεξιάς παράταξης που δεν είχε λάβει ποτέ κυβερνητική θέση. 

Τα λόγια ενός πολιτικού του αντιπάλου, του ιστορικού στελέχους της Αριστεράς, Χαρίλαου Φλωράκη, δείχνουν το είχε καταφέρει και για τι πάλευε ο Παύλος Μπακογιάννης. «Οι αυριανιστές ήσαν οι μόνοι που δεν αισθάνθηκαν για τον φόνο του Μπακογιάννη ντροπή. Κάποιοι βέβαια εμφανίστηκαν υποκριτικά συντετριμμένοι. Ενώ κάποιοι άλλοι – θρασείς, προκλητικοί, αγριάνθρωποι – δεν απέκρυπταν τον επόμενο στόχο τους: “Μετά τον Μπακογιάννη”, έλεγαν, “σειρά έχει ο Κύρκος”», είχε δηλώσει ο «καπετάν - Γιώτης». Ακόμη και η «Αυγή» στο φύλλο της 27ης Σεπτεμβρίου 1989 έγραψε: «Η 17Ν ήξερε τι επιδίωκε: Να αποπροσανατολίσει την κοινή γνώμη από τη διαδικασία της κάθαρσης. Να δημιουργήσει κλίμα έντασης και αναταραχής». 

Αναπάντητα ερωτήματα από την προκήρυξη της «17Ν» 

Τα επιχειρήματα που χρησιμοποίησε στην προκήρυξη της η «17Ν» δεν έπεισαν σχεδόν κανέναν. «Αποφασίσαμε λοιπόν να εκτελέσουμε τον απατεώνα και ληστή του λαού Μπακογιάννη. Ο κύριος αυτός είναι υπεύθυνος όχι μόνο γιατί έκλεψε τα πρώτα 60 εκατομμύρια του ιδρυτικού κεφαλαίου της Γραμμής αλλά και για τα εκατοντάδες εκατομμύρια που είτε έκλεψε μαζί με τον συνεργάτη του Κοσκωτά για την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου Γραμμής, αλλά και για την αγορά μέσω της Γραμμής της Τράπεζας Κρήτης», αναφέρεται σε απόσπασμα της 12σελιδης προκήρυξης που εστάλη στην «Ελευθεροτυπία».

Ο Βασίλης Τζωρτζάτος, κατά την προανάκριση από την Αντιτρομοκρατική Υπηρεσία, είχε ομολογήσει ότι πήρε μέρος στη λήψη απόφασης της δολοφονίας. Βάσει της κατάθεσής του, με τη δολοφονία εμπλέκονται ακόμη οι Αλέκος Γιωτόπουλος, Δημήτρης Κουφοντίνας, Σάββας Ξηρός και Ηρακλής Κωστάρης: «... Σε συνάντηση που είχαμε στα μέσα Αυγούστου 1989 εγώ, ο "Λάμπρος" (σ.σ.: Γιωτόπουλος), ο "Λουκάς" (σ.σ.: Κουφοντίνας) και ο "Μιχάλης" (σ.σ.: Σ. Ξηρός) με πρόταση του "Λουκά" και του "Λάμπρου" αποφασίσαμε την εκτέλεση του βουλευτή Μπακογιάννη. [...] Την εκτέλεση έκαναν ο "Λουκάς", ο "Μιχάλης" και ο "Χάρης" (σ.σ.: Κωστάρης), χωρίς να ξέρω ποιος πυροβόλησε. Μετά την εκτέλεση και οι τρεις ήρθαν πεζή στο αυτοκίνητο όπου ήμουν εγώ». Στη δική του κατάθεση ο Χριστόδουλος Ξηρός τονίζει: «Στη δολοφονία του Μπακογιάννη εγώ δεν συμμετείχα, πλην όμως, απ' όσα άκουσα στην οργάνωση, την ομάδα αποτελούσαν ο "Σταμάτης", ο αδελφός μου ο Σάββας, ο "Λουκάς", ο "Χάρης" και ο "Λάμπρος"».

Τι γράφει στο βιβλίο του ο εκτελεστής Κουφοντίνας

Στο βιβλίο του «Γεννήθηκα 17 Νοέμβρη», ο Δημήτρης Κουφοντίνας -ένας από τους δύο που πάτησαν τη σκανδάλη και πυροβόλησαν τον Παύλο Μπακογιάννη- γράφει για την ημέρα της εκτέλεσης: «Εκείνο το πρωινό στις 26 Σεπτεμβρίου 1989, από το αυτοκίνητο του Μπακογιάννη κατέβηκε πρώτα η κοπέλα, φορούσε ένα κόκκινο πουλόβερ. Πίσω της, μερικά βήματα, προχωρούσε ο Μπακογιάννης. Ο οδηγός αυτή τη φορά δεν περίμενε καθόλου. Έστριψε βιαστικός με το αυτοκίνητο αριστερά στην Ομήρου. Ο θυρωρός γνώριζε την κοπέλα. Δεν τη σταμάτησε όπως έκανε με όλους όσοι έμπαιναν. 

Οι δύο της “17Ν”, ακολούθησαν ολόκληρο σχέδιο: Ντυμένοι με κουστούμια, κρατώντας ένα μεγάλο φάκελο, μπήκαν στην είσοδο της διπλανής πολυκατοικίας, την ώρα ακριβώς που σταματούσε το αυτοκίνητο του Μπακογιάννη στη γωνία. Την ώρα που έμπαινε βιαστικός ο Μπακογιάννης στην πολυκατοικία του γραφείου, οι δύο τον ακολούθησαν γρήγορα. Η κοπέλα είχε ανοίξει την πόρτα του ασανσέρ στον Μπακογιάννη, του χαμογελούσε. “Ο κ. Μπακογιάννης;”. Γύρισε, καταπρόσωπο, ενοχλημένος. Η κοπέλα έμεινε ακίνητη. Ύστερα άφησε την πόρτα του ασανσέρ να κλείσει».