Εξηγώντας ενώπιον του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου, πώς έφτασε στη δολοφονία του μωρού της, η 20χρονη είπε ότι γέννησε μόνη της στο μπάνιο του σπιτιού που έμενε με την μητέρα της, ακολουθώντας τις οδηγίες που είχε δει στο διαδίκτυο.

«Η μητέρα μου χτύπαγε την πόρτα αλλά δεν της άνοιγα. Δεν καταλάβαινα τι γινόταν.. Το κεφάλι μου πήγαινε να σπάσει. Όλα ήταν μαύρα...Μετά έκοψα τον λώρο και ακούμπησα το μωρό λίγο πιο εκεί..».  Η κατηγορουμένη υποστήριξε πως έβαλε χαρτί στο στόμα του μωρού και το έβαλε σε μία σακούλα. «Έδωσα την σακούλα στην μητέρα μου και της είπα "πέτα την"» περιέγραψε.

Η νεαρή κατηγορουμένη είπε πως στο σχολείο την κορόιδευαν γιατί ήταν χοντρή. «Ήμουν η κόρη της Αλβανίδας, που δεν ήξερε να μιλάει ελληνικά... Με έχουν  πει και μπάσταρδο επειδή οι γονείς μου παντρεύτηκαν αργότερα. Βγαίνω έξω και φοβάμαι..». Όπως ανέφερε θα ήθελε πλέον να κάνει μία νέα αρχή, να τελειώσει το σχολείο και να δουλέψει, ενώ ευχήθηκε «όλη η οικογένειά μου να ενωθεί και να ανοίξουμε ένα νέο κεφάλαιο πια».

Στο εδώλιο για την υπόθεση κάθεται και η μητέρα της, κρατούμενη στις φυλακές Ελαιώνα. Οι δύο γυναίκες κατηγορούνται για ανθρωποκτονία από πρόθεση κατά συναυτουργία, καθώς φέρονται να προκάλεσαν τον θάνατο του νεογνού, το οποίο στην συνέχεια πέταξαν σε κάδο απορριμμάτων.

Η 20χρονη κατηγορουμένη ισχυρίστηκε στην απολογία της ότι δεν είχε καταλάβει πως ήταν έγκυος πριν συμπληρωθούν επτά μήνες κύησης, ενώ επιχείρησε να απεμπλέξει την μητέρα της από την υπόθεση του νεογνού, που είχε βρεθεί στα σκουπίδια με φιμωμένο το στόμα του.

«Δεν μπορώ να κοιτάξω κανέναν στα μάτια. Θέλω να ζητήσω συγγνώμη, αλλά ξέρω ότι τίποτα δεν μπορεί να φέρει το μωρό πίσω», είπε η 20χρονη υποστηρίζοντας πως όταν κατάλαβε πως ήταν έγκυος δεν έκανε τίποτα από φόβο και ντροπή: «Δεν πήγα στο γιατρό, γιατί ντρεπόμουν. Φοβόμουν ότι θα με διώξουν από το σπίτι, δεν ήθελα να ντροπιάσω κανέναν από την οικογένειά μου».

Η δίκη συνεχίζεται.