Η υποχρέωση να αποκαλύψεις τις πεποιθήσεις σου για να απαλλαγείς από τη θρησκευτική εκπαίδευση στο σχολείο είναι αντίθετη προς την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, ανακοίνωσε σήμερα το ΕΔΑΔ δικαιώνοντας γονείς Ελλήνων μαθητών που είχαν προσφύγει σ' αυτό.

«Οι αρχές δεν δικαιούνται να επεμβαίνουν στον τομέα της συνείδησης του ατόμου, να ελέγχουν τις θρησκευτικές πεποιθήσεις προσώπων ούτε να τα υποχρεώνουν να τις αποκαλύπτουν», αναφέρει σε ανακοίνωσή του το ΕΔΑΔ, που καταδίκασε την Αθήνα για προσβολή των δικαιωμάτων στην εκπαίδευση και στην ελευθερία της συνείδησης και της θρησκείας.

Γονείς Ελλήνων μαθητών είχαν προσφύγει στο ΕΔΑΔ επειδή «ήταν υποχρεωμένοι να δηλώνουν επισήμως ότι τα παιδιά τους δεν είναι χριστιανοί ορθόδοξοι», αν ήθελαν να πάρουν απαλλαγή από τη θρησκευτική εκπαίδευση, που στην Ελλάδα είναι υποχρεωτική για όλους τους μαθητές της πρωτοβάθμιας και της δευτεροβάθμιας παιδείας.

Οι δικαστές του ΕΔΑΔ έκριναν πως το σύστημα αυτό υπάρχει κίνδυνος να αποτρέπει τους γονείς να ζητούν απαλλαγή από τη θρησκευτική εκπαίδευση, ιδιαίτερα οικογένειες που κατοικούν, όπως αυτές των εναγόντων, σε μικρά νησιά, τη Μήλο και τη Σίφνο, «όπου η τεράστια πλειονότητα του πληθυσμού ανήκει σε συγκεκριμένη θρησκεία και όπου ο κίνδυνος στιγματισμού είναι σαφώς πιο αυξημένος απ' ό,τι στις μεγάλες πόλεις».

Οι δικαστές διαπίστωσαν επίσης πως επειδή δεν υπάρχει πρόταση για μάθημα αντικατάστασης, τα παιδιά «θα χάνουν ώρες μαθήματος μόνο και μόνο επειδή αποκάλυψαν τις πεποιθήσεις τους».

Τροποποίηση των ρυθμίσεων για το μάθημα των Θρησκευτικών προανήγγειλε μία ημέρα μετά την απόφαση-κόλαφο του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου η Νίκη Κεραμέως.

«Το υπουργείο θα επεξεργαστεί και θα αντιμετωπίσει, με τρόπο συνεκτικό, όλα τα ζητήματα που εγείρονται από τις πρόσφατες σχετικές αποφάσεις των Δικαστηρίων», δήλωσε σχετικά η υπουργός Παιδείας και Θρησκευμάτων.

«Στο πλαίσιο αυτό, αυτονοήτως θα τροποποιηθούν και οι ρυθμίσεις που αφορούν το πρόγραμμα σπουδών των Θρησκευτικών και τον τρόπο απαλλαγής από το μάθημα, ώστε να είναι απόλυτα συμβατές με το εθνικό και ενωσιακό δίκαιο καθώς και με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου», κατέληξε.