Ο κατηγορούμενος απολογήθηκε επί μιάμιση ώρα ενώπιον του 3ου τακτικού ανακριτή και εν συνεχεία με σύμφωνη γνώμη του εισαγγελέα κρίθηκε προσωρινά κρατούμενος.

Σύμφωνα με πληροφορίες ο 50χρονος υποστήριξε κατά τη διάρκεια της απολογίας του πως δεν θυμάται τι συνέβη.

Φέρεται να ανέφερε πως το απόγευμα της Πέμπτης πήγε στο σπίτι της εν διαστάσει συζύγου του, αποχαιρέτησε το παιδί του, με σκοπό στη συνέχεια να αυτοκτονήσει.

Η υπεράσπισή του υπέβαλλε αίτημα διενέργειας ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης.

Συγκλονίζει η μαρτυρία της συζύγου του θύματος

Η σύζυγος του θύματος που τραυματίστηκε και νοσηλεύτηκε στο Θριάσιο νοσοκομείο, αποκάλυψε στους αστυνομικούς το πώς έζησε το φονικό το βράδυ της Πέμπτης.

«Ήταν γύρω στις 19:00, βρισκόμουν στην αυλή του σπιτιού μας κι άκουσα κάποιον να ζητά τον σύζυγο μου. Δεν κατάλαβα ότι ήταν ο κατηγορούμενος. Φώναξα στον άντρα μου, που ήταν στην ταράτσα κι όταν εκείνος κατέβαινε από τη σκάλα, το άτομο που βρισκόταν έξω, έσπρωξε την πόρτα και τότε είδα ότι ήταν ο γαμπρός του. Έβγαλε όπλο και με πυροβόλησε στα πόδια. Τρόμαξα και μπήκα μέσα στο σπίτι. Αμέσως μετά πυροβόλησε τρεις φορές τον σύζυγο μου. Άκουσα τον άντρα μου να του λέει: “Ηρέμησε, ηρέμησε. Θα μιλήσουμε και θα τα βρούμε”», δήλωσε.

Ο 50χρονος σωφρονιστικός υπάλληλος τραυμάτισε θανάσιμα τον 48χρονο κουνιάδο του και πιο ελαφρά την 43χρονη σύζυγο του κι ενώ μέσα στο σπίτι βρισκόταν το ένα από τα τρία ανήλικα παιδιά του ζευγαριού.

Ο δράστης τους θεωρούσε υπαίτιους για τον χωρισμό του με την πρώην γυναικά του. Μάλιστα είχε εξαπολύσει και στο παρελθόν απειλές στην πρώην σύζυγο του, «θα τα πληρώσει όλα ο αδερφός σου», φέρεται να της είχε πει.

Ο πρώτος που επικοινώνησε μετά τη δολοφονία ήταν ο αδερφός του.

«Γύρω στις 19:30 με πήρε ο αδερφός μου και μου είπε ότι είχε πάει στο σπίτι της πρώην γυναίκας του στα Μέγαρα για να δει το παιδί. Δεν θυμόταν όμως τι είχε γίνει. Μου είπε ότι πίστευε πώς είχε κάνει κάποιο κακό. Τον ρώταγα αλλά δεν έβγαζα νόημα απ’ όσα μου έλεγε».

Ο αδερφός του έμαθε για τη δολοφονία από το διαδίκτυο.

«Του είπα να πάρει αμέσως τηλέφωνο τη δικηγόρο του. Αργότερα με πήρε αυτή τηλέφωνο και μου είπε να βρεθούμε όλοι μαζί για να παραδοθεί ο αδερφός μου στην ασφάλεια. Όταν τον είδα ήταν σοκαρισμένος. Δεν τον ρώτησα κάτι. Στους αστυνομικούς είπε για την πιεσμένη κατάσταση στην οποία ήταν».