Η ελληνική Δικαιοσύνη έχει λάβει έγγραφο από τις ρουμανικές Αρχές για τη μεταφορά του Κώστα Πάσσαρη στην Ελλάδα, σύμφωνα με το dikastiko.gr και ο Εισαγγελέας Εκτέλεσης Ποινών του Πρωτοδικείου Αθηνών καλείται να αποφασίσει μέσα σε 90 μέρες.

Στη Ρουμανία ο Κώστας Πάσσαρης καταδικάστηκε τον Ιούλιο του 2003 σε δις ισόβια για τη δολοφονία δύο ατόμων κατά τη διάρκεια ληστείας.

Ο Κώστας Πάσσαρης είχε εκφράσει πρόσφατα την επιθυμία του να επιστρέψει στην Ελλάδα και να δικαστεί στις 2 Δεκεμβρίου στη δευτεροβάθμια δίκη για τη δολοφονία δύο αστυνομικών στο Γενικό Κρατικό Νίκαιας το 2001. Υπενθυμίζεται πως τον περασμένο Μάιο, ο Πάσσαρης καταδικάστηκε σε πρώτο βαθμό σε τέσσερις φορές ισόβια κάθειρξη και 71 χρόνια.

Σε περίπτωση που ο Κώστας Πάσσαρης μεταφερθεί στην Ελλάδα θα εκτίσει το υπόλοιπο των ποινών του από τη Ρουμανία και όσες του επιβλήθηκαν από τα ελληνικά δικαστήρια.

Πάσσαρης: Ο «ληστής με το καλσόν»

Αντιδραστικός και με παραβατική συμπεριφορά από την πρώιμη παιδική του ηλικία, ο Κώστας Πάσσαρης οδηγείται το 1990 (σ.σ. σε ηλικία 15 ετών) σε αναμορφωτήριο, κατηγορούμενος για κλοπές. Είναι η περίοδος που φοιτούσε στη Ναυτική Σχολή στις Οινούσσες, έχοντας όνειρο να γίνει καπετάνιος. Ο θρύλος θέλει τον εισαγγελέα να είπε τότε στο νεαρό αγόρι «καλύτερα επαίτης, παρά κλέφτης». Έξι μήνες αργότερα θα αφεθεί ελεύθερος, σχεδόν αμέσως όμως θα συλληφθεί ξανά -αυτή τη φορά για επαιτεία, αν και δεν είχε άμεση ανάγκη για χρήματα-. Μετά από ένα πέρασμα στις φυλακές ανηλίκων, βρίσκεται να υπηρετεί τη θητεία του στο 29ο Σύνταγμα Πεζικού, στην Κομοτηνή. Η παραβατική συμπεριφορά έχει εισχωρήσει στο DNA του και συλλαμβάνεται από την Στρατονομία για κλοπές εντός του στρατοπέδου και όχι μόνο. Σε ηλικία μόλις 19 ετών είχε αποκτήσει το παρατσούκλι ο «ληστής με το καλσόν», καθώς φορώντας ένα γυναικείο καλσόν στο πρόσωπο εισέβαλε σε σπίτια στην Κομοτήνη και άρπαζε ό,τι μπορούσε.

Οδηγείται στις στρατιωτικές φυλακές Αυλώνα, αλλά δεν θα μείνει για πολύ. Η απόδραση αποδείχτηκε εύκολη υπόθεση για τον Κώστα Πάσσαρη, ο οποίος έχει πλέον διαβεί τον Ρουβικώνα της παρανομίας οριστικά. Τέλη του 1996, υπό την απειλή όπλου ληστεύει μπροστά στον σταθμό του ΗΣΑΠ στην Καλλιθέα μία γυναίκα που πωλούσε φρούτα. Ακολουθεί καταδίωξη, ανοίγει πυρ εναντίον των αστυνομικών που τον κυνηγούν, τελικά όμως συλλαμβάνεται μετά από σκληρή πάλη. Μετά την καταδίκη του οδηγείται στις φυλακές Κασσάνδρας Χαλκιδικής...

Η γνωριμία με τους Ρουμάνους ποινικούς

Λένε πως τα σωφρονιστικά καταστήματα είναι το «πανεπιστήμιο της εγκληματικότητας» για τους ανθρώπους που έχουν αποφασίσει να ζήσουν ως ποινικοί. Κάτι που φαίνεται να ταιριάζει γάντι στην τότε τουλάχιστον εκδοχή του Κώστα Πάσσαρη. Στις φυλακές Κασσάνδρας γνωρίζεται με τον Ρουμάνο Nικολάε Γκόρεα, με τον οποίο γίνονται «αδελφικοί φίλοι» και σχεδιάζουν τις δράσεις μόλις αναπνεύσουν ξανά τον αέρα της ελευθερίας. Αποφυλακίζεται τον Δεκέμβριο του 1999 και μαζί με τον Γκορέα κι έναν άλλο Ρουμάνο ποινικό, τον Ιόν Βασίλι, κάνουν συμμορία που γίνεται ο φόβος και ο τρόμος των Αθηνών. Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛ.ΑΣ. από τις 31 Ιανουαρίου έως τις 17 Φεβρουαρίου 2000, πραγματοποιούν από κοινού ληστείες σε ξενοδοχεία, ανταλλακτήρια συναλλάγματος και ταξιδιωτικά γραφεία.

Η συμπλοκή στην πλατεία Βάθης

Το ημερολόγιο δείχνει 19 Φεβρουαρίου 2000. Δεκάδες αστυνομικοί έχουν ξεχυθεί στους δρόμους των Αθηνών αναζητώντας «ίχνη» της συμμορίας του Κώστα Πάσσαρη και των δύο Ρουμάνων. Τελικά οι δρόμοι τους «συναντώνται» σε έναν τυχαίο έλεγχο στην οδό Μαιζώνος στην πλατεία Βάθης, με τους κακοποιούς να ανοίγουν πυρ εναντίον των αστυνομικών κι αυτοί να απαντούν με τα δικά τους όπλα. Ο Ιόν Βασίλι πέφτει νεκρός, ενώ τα αλεξίσφαιρα γιλέκα σώζουν τη ζωή των αστυνομικών Παναγιώτη Πολύχρονου και Προκόπη Βλάσση, οι οποίοι μεταφέρονται τραυματίες στο νοσοκομείο. Ο θάνατος του συνεργού του οργίζει τον Κώστα Πάσσαρη. Την επόμενη ημέρα τηλεφωνεί στον ρ/σ Alpha και δηλώνει On air «θα σκοτώσω τρεις αστυνομικούς για να εκδικηθώ».

Κάθε γνωστό στέκι των Αθηνών γεμίζει με αστυνομικούς της Ασφάλειας. Κάπως έτσι, στις 22 Φεβρουαρίου 2000, ο Κώστας Πάσσαρης εντοπίζεται και συλλαμβάνεται σε ένα μπαρ στην πλατεία Αμερικής. Πάνω του έχει πιστόλι και χειροβομβίδα, που δεν προλαβαίνει καν να αγγίξει. Λίγες ώρες αργότερα, στην πλατεία της Πετρούπολης, μετά από ανταλλαγή πυρών με αστυνομικούς πέφτει νεκρός ο «αδελφικός φίλος» του, Νικολάε Γκορέα. Ο ίδιος, στο άκουσμα της είδησης, παθαίνει επιληπτικές κρίσεις και μεταφέρεται στο Γενικό Κρατικό Νοσοκομείο Αθηνών. Γρήγορα, όμως, στο μυαλό του ξεκινά να σχεδιάζει την εκδίκηση...

Το μακελειό στο «Γ. Γεννηματάς»

Το ημερολόγιο δείχνει 16 Φεβρουαρίου 2001 κι ο Κώστας Πάσσαρης, αν και γνωστός στο πανελλήνιο για την εγκληματική του δράση, οδηγείται στο νοσοκομείο «Γ. Γεννηματάς» συνοδεία μόλις ενός σωφρονιστικού υπαλλήλου και δύο αρχιφύλακες της ΕΛ.ΑΣ. Άγνωστο πώς, με... χαλαρά μέτρα ασφαλείας και με τις χειροπέδες φορεμένες μπροστά κι όχι πίσω από την πλάτη, βρίσκεται με ένα ρωσικό πιστόλι στα χέρια. Δεν το σκέφτεται και πολύ, ανοίγει άμεσα πυρ και σκοτώνει εξ επαφής τους αστυνομικούς Αθανάσιο Δρακόπουλο (47 ετών) και Διονύσιο Αλεβιζόπουλο (49 ετών), ενώ τραυματίζει βαρύτατα τον σωφρονιστικό υπάλληλο, Ανδρέα Φυσέκη (33 ετών). 

Η δολοφονία της Βουλγάρας πόρνης

«Πήγαινα μπροστά για τις πληροφορίες. Πίσω μου ακολουθούσαν ο κρατούμενος και οι δύο αρχιφύλακες. Ξαφνικά ακούω μπαμ-μπαμ, γυρνάω· είδα τον κρατούμενο να στρέφει πάνω μου ένα όπλο φορώντας χειροπέδες. Μετά δέχτηκα τις σφαίρες και δεν θυμάμαι τίποτα άλλο», θα καταθέσει ο Φυσέκης. Ο Πάσσαρης δραπετεύει, συνεχίζει την έκνομη δράση του. Επόμενο θύμα του, η 22χρονη Βουλγάρα εκδιδόμενη Blaga Slavcheva, την οποία στις 11 Μαΐου εκτελεί εν ψυχρώ στο άλσος του Τροκαντερό καθώς φοβάται ότι τον έχει αναγνωρίσει από τις φωτογραφίες στα δελτία ειδήσεων και θα τον καταδώσει στην Αστυνομία. Το προηγούμενο βράδυ είχαν συνευρεθεί ερωτικά σε ξενοδοχείο ημιδιαμονής στο Μοσχάτο.

Το φιάσκο της ΕΛ.ΑΣ. στον Νέο Κόσμο

Τον Ιούλιο του 2001, μετά από έρευνες εβδομάδων, οι αστυνομικοί της Αντιτρομοκρατικής εντοπίζουν τον Κώστα Πάσσαρη, σε ένα διαμέρισμα στην οδό στην οδό Ιππάρχου 52-54 στον Νέο Κόσμο. Κάνουν έφοδο και περνούν χειροπέδες στον Δημήτρη Πολυδωρόπουλο, πρώην έγκλειστο των φυλακών και συνεργό του διαβόητου κακοποιού. Η ΕΛ.ΑΣ. θα δώσει στη δημοσιότητα πληροφορίες ότι στο διαμέρισμα εντοπίστηκαν όπλα, χειροβομβίδες, ασύρματοι, λίστες με τις συχνότητες της Αστυνομίας και ναρκωτικά. Στις 31 Ιουλίου, η επιχείρηση - μαμούθ για τη σύλληψη του καταλήγει σε μέγα φιάσκο, που οδηγεί σε παραίτηση τον τότε Αρχηγό της Αστυνομίας, αντιστράτηγο Ιωάννη Γεωργακόπουλο.

Επτά αστυνομικοί της ΕΚΑΜ έχουν κρυφτεί μέσα στο διαμέρισμα, περιμένοντας τον Κώστα Πάσσαρη. Δεκάδες άλλοι είναι ακροβολισμένοι στους γύρω δρόμους. Πράγματι ο σκληρός κακοποιός βάζει τον κλειδί στην πόρτα, ρωτάει «Δημήτρη τι έγινε;», αλλά πριν προλάβει να την ανοίξει ακούει τους αστυνομικούς να του φωνάζουν -από βιασύνη- «ακίνητος», δίνοντας του την ευκαιρία να δραπετεύσει. Ούτε η σφαίρα που δέχεται στο πόδι είναι ικανή να τον σταματήσει, καθώς κατέβηκε ανενόχλητος δύο ορόφους και διέφυγε προς την οδό Εκαταίου. 

Τέλη Αυγούστου του 2001 και ο Κώστας Πάσσαρη βάζει για μία ακόμη φορά την αιματηρή υπογραφή του. Μπαίνει σε ένα φαρμακείο επί της οδού Πιπίνου στην Κυψέλη. Η φαρμακοποιός τον ρωτά εάν θέλει κάτι, εκείνος δεν απαντά και αποχωρεί. Μισή ώρα μετά, μπαίνει ξανά στο φαρμακείο, στο οποίο βρίσκεται η φαρμακοποιός και η -γιατρός στο επάγγελμα- αδερφή της και τους φωνάζει να μην κουνηθούν. Αυτές κάνουν το λάθος να τον πλησιάσουν, ο Πάσσαρης βγάζει το πιστόλι του και τις πυροβολεί σχεδόν εξ επαφής. Η γιατρός, Μαρία Σαφού, τραυματίστηκε θανάσιμα, ενώ η φαρμακοποιός, Αργυρώ Χρηστάκου, γλίτωσε τον κίνδυνο έπειτα από σειρά επεμβάσεων. 

Η φυγή στη Ρουμανία και το «εξπρές του μεσονυχτίου»

Τα ίχνη του χάνονται μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2001, οπότε γίνεται γνωστό ότι ο Κώστας Πάσσαρης έχει διαφύγει με πλαστό διαβατήριο στη Ρουμανία. Το τι συνέβη εκεί όλα αυτά τα χρόνια, είναι μία άλλη, μεγάλη ιστορία... Σήμερα, 18 χρόνια μετά την σύλληψη του οι συγγενείς των θυμάτων στην Ελλάδα αρνούνται όχι μόνο ότι έχει μετανοήσει, αλλά ακόμη και να του μιλήσουν. Απαιτούν τον εγκλεισμό τους και στις εδώ φυλακές. Το ίδιο κι αυτός, αν και δεν κρύβει ότι θα προτιμούσε να πάει μοναχός στο Άγιον Όρος. Οι φυλακές στη Ρουμανία, κάτι σαν το «εξπρές του μεσονυχτίου», τον άλλαξαν... Το ίδιο και ο πατέρας Γερβάσιος, λέει ο ίδιος.