Αναλυτικά τα σημεία από τις ενστάσεις που διατυπώνει η Γενική Συνομοσπονδία Επαγγελματιών Βιοτεχνών Εμπόρων Ελλάδος επί του φορολογικού νομοσχεδίου που κατέθεσε η κυβέρνηση:

«Είναι σαφές ότι οι περισσότεροι ευνοούμενοι από τη μείωση των φορολογικών συντελεστών ανήκουν στις υψηλότερες εισοδηματικά κλίμακες. Για τα χαμηλά και μεσαία εισοδηματικά στρώματα η ελάφρυνση των 17 ευρώ ετησίως, μάλλον δεν καλύπτει ούτε τη σχετική απώλεια από την αύξηση του πληθωρισμού. Επομένως, παρά τη μείωση του εισαγωγικού συντελεστή στο 9% υπάρχει εξουδετέρωση της ωφέλειας εξαιτίας της έμμεσης προσαρμογής της επιστροφής φόρου που προσαρμόζεται μειωτικά στο υφιστάμενο αφορολόγητο όριο.

Ουδέτερη κρίνεται η μείωση του φορολογικού συντελεστή μερισμάτων στο 5%, καθώς απασχολεί λιγότερο από το 10% των επιχειρήσεων και διευκολύνει την αναδιανομή εισοδημάτων μεταξύ των μετόχων μεγαλύτερων επιχειρηματικών μονάδων. Εξάλλου σε σχέση με τις μικρότερες επιχειρηματικές μονάδες παραμένουν σε ισχύ οι διατάξεις που αφορούν το ύψος του τέλους επιτηδεύματος, την ειδική εισφορά αλληλεγγύης, ενώ φέρεται να υπάρχει κατεύθυνση για την αύξηση των αντικειμενικών αξιών των ακινήτων και την συνακόλουθη αύξηση του ΕΝΦΙΑ σε απόλυτους όρους.

Σοβαρές επιφυλάξεις εκφράζει η γενική συνομοσπονδία ως προς συγκεκριμένες διατάξεις που αφορούν τη νομοθέτηση ευνοϊκών καθεστώτων για μεγαλύτερες επιχειρήσεις, για στελέχη επιχειρήσεων που λαμβάνουν επιπρόσθετες παροχές σε χρήμα ή σε είδος και για την έκπτωση δαπανών ΕΚΕ και τούτο γιατί αυτές οι διατάξεις αφορούν ένα μικρό τμήμα της κοινωνίας και της εργασίας που είναι λιγότερο εκτεθειμένο στην εργασιακή επισφάλεια και τη φτώχεια.

Συνολικά επισημαίνεται ότι το ύψος και η διάρθρωση των φοροελαφρύνσεων κατανέμεται αντίστροφα προοδευτικά προς όφελος των υψηλότερων εισοδηματικών κλιμακίων, είτε πρόκειται για φυσικά πρόσωπα, ατομικές επιχειρήσεις ή νομικά πρόσωπα».