Η ημέρα του ξεκινάει από τις 4 το πρωί. Τα τελευταία 2 χρόνια μένει με τη γυναίκα του στο Ολυμπιακό χωριό. Στις 5 παρά 5 παίρνει το πρώτο λεωφορείο και κατεβαίνει στο κέντρο της Αθήνας. «Στις 5.30 ανοίγω τον πάγκο μου. Πουλάω προϊόντα τα οποία προέρχονται από την Ρωσία, για κατσαρίδες».

«Για κάποιον λόγο κάποτε όλοι θα περάσουν από την Ομόνοια», διηγείται η πιο εμβληματική φυσιογνωμία της πόλης. Καμπαρντίνα, κουστούμι, γραβάτα, πουκάμισο λευκό, μοκασίνι με λινή κάλτσα, περιποιημένη κόμη. «Αν δεν ετοιμαστώ, δεν κάνω μπάνιο, δεν φτιάξω τα μαλλιά μου δεν βγαίνω έξω. Είμαι πάντα περιποιημένος», αναφέρει ο ίδιος στο Reader.gr.

Η ιστορία του ξεκινά από τη δεκαετία του 1970. «Τότε διατηρούσα κατάστημα με είδη καλλυντικών στη στοά, δίπλα στο Ταχυδρομείο και έξω είχα τον πάγκο. Χτένες, κρέμες, λακ, μανό, μικροαντικείμενα για την περιποίηση των γυναικών. Τα προϊόντα μου είχαν πολύ μεγάλη ζήτηση. Δυστυχώς στις αρχές του  ’80 άρχισαν οι εισαγωγές από την Κίνα και γενικώς από την Ανατολή. Έκτοτε, είμαι σε αυτό το σημείο. Εμπορεύομαι τα μυοκτόνα τζελ, για κατσαρίδες, μυρμήγκια και διάφορες κόλλες».

Η κουβέντα μας διακόπτεται συχνά από τον κόσμο που τον χαιρετούν. «Είμαι πάντα εδώ», από το πρωί έως το απόγευμα ενώ παράλληλα, διατηρεί κι ένα μικρό γραφείο σε παραπλήσια πολυκατοικία.

Μ’ αρέσει να χορεύω γιατί αισθάνομαι καλά

 «Όταν ήλθαμε από τη Θράκη στην Αθήνα ήμουν 8-9 ετών. Μέναμε τότε στην Κεραμέως (Μεταξουργείο) κι αργότερα λίγο πιο  πάνω στην Ακομινάτου. Πριν από δυο χρόνια μετακομίσαμε οικογενειακώς για το Ολυμπιακό Χωριό γιατί υπήρχαν πολλά προβλήματα με τους αλλοδαπούς νοικάρηδες των διαμερισμάτων».

Ο κ. Δημήτρης, παίρνει  πάντα το πρωινό του, τρώγοντας τραχανά ή κους - κους, φέτα ντομάτα κι ελιές. «Ούτε πίνω, ούτε καπνίζω, ούτε κοιμάμαι πολύ. Μ’ αρέσει να χορεύω γιατί αισθάνομαι καλά. Αυτή είναι η καθημερινότητα μου στην οποία έχει προστεθεί σχεδόν κάθε απόγευμα, η Ελβίρα μου, το γλυκό μου εγγονάκι».   

Ο παλαιότερος μικροπωλητής των Αθηνών  θέλει ακόμα δυο χρόνια για να βγει στη σύνταξη, ωστόσο δεν σκοπεύει να σταματήσει. «Δεν είναι απλά μια δουλειά, είναι τρόπος ζωής. Δεν μπορώ να φανταστώ ότι θα σταματήσω. Κάποτε μία πολύ πλούσια μου είχε ζητήσει να την ακολουθήσω στη Ρόδο. Την είχα γνωρίσει απέναντι στη Φοντάνα (παλαιά καφετέρια). Της το ξέκοψα, όμως εκείνη επέμενε. Κατέβηκα μία μέρα και την επόμενη περίμενα στο λιμάνι το καράβι του γυρισμού. Δεν λέω… Θάλασσα, πράσινο, εξοχή, πολυτέλεια αλλά…».

Είμαστε πολύ δεμένοι όλοι στην περιοχή

«Επί σειρά ετών, κάθε πρωί ανεβάζαμε με τον «κύριο Αριστείδη» (εκ των αδελφών Λουμίδη) τα ρολά του καταστήματος του.  Δυστυχώς έχουμε απομείνει ελάχιστοι από τότε». 

Οι συνθήκες διαβίωσης στην Ομόνοια απαιτούν ικανότητες που αποκτά κανείς ζώντας την τραχύτητα του πεζοδρομίου από παιδί. «όλοι που για κάποιον λόγο έχουν περάσει από δω», κλείνει ο αστικός μύθος της Αθήνας.