«Μου καταστρέψατε τη ζωή. Θέλω να καταδικαστούν με τη μεγαλύτερη ποινή του Ποινικού Κώδικα. Δεν μπορούν να σκοτώνουν και να μην τιμωρούνται», είπε η μητέρα της Ελένης Τοπαλούδη, Κούλα Αρμουτίδου.

Μισή ώρα διήρκησε η κατάθεση της κυρίας Αρμουτίδου. Κατά τη διάρκεια της κατάθεσής της επιχείρησε να επιτεθεί στους κατηγορουμένους αλλά την σταμάτησαν οι αστυνομικοί.

Σύμφωνα με το STAR, η ίδια μίλησε για την κόρη της, για τις αρχές που είχε πάρει από το σπίτι της και για το δράμα που ζούσε η Ελένη και δεν είχε ενημερώσει τη μητέρα της. Άφησε αιχμές για τις φίλες της οι οποίες δεν την πλησίασαν για να της πουν τι περνούσε η Ελένη.

Η κυρία Αρμουτίδου επέμεινε στο γεγονός ότι δεν ήταν μόνοι τους οι φερόμενοι ως δράστες της δολοφονίας και ονομάτισε δύο συγγενικά πρόσωπα ενός εκ των κατηγορουμένων.

«Πρώτα απ’ όλα θα μιλήσω ως γονιός, ως γονιός-μάρτυρας που τόσο φρικιαστικό τρόπο έχασε το παιδί του. Προσπαθούσαμε με νύχια και με δόντια να της δώσουμε όλα τα εφόδια. Το σημαντικότερο εφόδιο ήταν ότι τις μάθαμε να αγαπάει τον συνάνθρωπο, να έχει αρχές, αξίες και ιδανικά. Παρούσα εδώ είναι η Ελένη Τοπαλούδη, είναι στις ψυχές μας, στις καρδιές μας και θα είναι αιώνια», ανέφερε ενώπιον του δικαστηρίου ο Γιάννης Τοπαλούδης.

Όπως τόνισε, οι γονείς των κατηγορουμένων έπρεπε να κάθονται στο εδώλιο. «Ο πιο δύσκολος ρόλος είναι ο ρόλος των γονιών» σχολίασε.

«Στο εδώλιο θα έπρεπε να κάθονται και οι γονείς των δύο δραστών γιατί είχαν παρατηρήσει την παραβατική τους συμπεριφορά και δεν έκαναν κάτι. Δεν τα προστάτεψαν τα παιδιά τους και σκότωσαν το παιδί μου», είπε ο κ. Τοπαλούδης.

«Το κορίτσι μας πήγε στη Ρόδο το 2015, παρακολουθούσε και φοιτούσε στο Πανεπιστήμιο. Ήταν μεγαλωμένη με αξίες και αγάπη. Στις 26 Νοεμβρίου μίλησα με την κόρη μου. Την επόμενη μέρα μίλησε μαζί της η σύζυγός μου. Ήταν από τις τελευταίες επικοινωνίες μας. Το ενοίκιο και τους λογαριασμούς της τα πλήρωνα εγώ συν τα χρήματα που της δίναμε εγώ και η γιαγιά της για τα προσωπικά της έξοδα. Εμείς πηγαίναμε κάθε καλοκαίρι» ανέφερε ο κ. Τοπαλούδης και ισχυρίστηκε πως οι γονείς δεν είχαν παρατηρήσει κάποια αλλαγή στη συμπεριφορά της κόρης τους.

«Ήμασταν δίπλα της και ψυχικά και οικονομικά. Δεν διαπιστώσαμε κάποια αλλαγή στη συμπεριφορά της που να ήταν παράξενη ή ανησυχητική. Στις 28 Νοεμβρίου που της τηλεφωνήσαμε δεν απάντησε. Υποθέσαμε ότι θα ήταν σε μάθημα ή σε κάποια φίλη της. Την επόμενη μέρα ξαναπροσπαθήσαμε. Άρχισαν να μας “ζώνουν τα φίδια”. Πήγαμε στην αστυνομία στο Διδυμότειχο», ανέφερε.

«Μας πήραν τηλέφωνο από το αστυνομικό τμήμα και μας ρώτησαν αν η κόρη μας είχε τατουάζ στο πόδι. Εγώ δεν το πίστευα. 1η Δεκεμβρίου πήγα με τον αδερφό μου στη Ρόδο. Φτάσαμε, πήγαμε στο Λιμεναρχείο, μας πήγαν στον ιατροδικαστή, όλοι ήταν δίπλα μας και μας συμπαραστέκονταν. Το πιο συγκλονιστικό που βιώσαμε ήταν όταν πήγα στο διαμέρισμα της κόρης μου, είδα το πλυντήριο που ήταν ακόμα αναμμένο, είδα την τσίχλα της, το μισοφαγωμένο μήλο της στο ψυγείο. Ποτάμια τα δάκρυα, πως να τα μαζέψω;» είπε ενώπιον του δικαστηρίου.

«Το άλλο πιο συγκλονιστικό ήταν όταν τη μεταφέραμε με το αεροπλάνο στο Διδυμότειχο και έλεγα “Να ανέβει το αεροπλάνο λίγο πιο ψηλά μήπως το σώμα της συναντήσει την ψυχή της και ξαναζωντανέψει”. Ρητορικά ρωτάω την υπεράσπιση “αν ήταν γονείς της Ελένης, θα έκαναν τις ίδιες δηλώσεις;” Κάποια άτομα δεν μπορείς να τα ψυχολογήσεις. Εφιστούμε την προσοχή στα παιδιά μας. Εγώ θα πω ότι δεν υπάρχει ειλικρίνεια. Το να ζητήσει κάποιος συγγνώμη είναι από τις πιο σημαντικές λέξεις. Πρέπει να το εννοεί. Τη συγγνώμη να μην τη ζητήσουν από εμένα και από τη μαμά της που την κυοφόρησε εννέα μήνες, αλλά και από κάθε απλό πολίτη», κατέληξε ο κ. Τοπαλούδης.

Το στέλεχος του Λιμενικού που ανέλαβε την εξιχνίαση της υπόθεσης αναφέρθηκε στη διαδικασία που ακολουθήθηκε για την ταυτοποίηση της σορού που είχε βρεθεί, το πως έφτασαν στην εξιχνίαση του εγκλήματος με την ανάλυση των δρομολογίων από το σπίτι της Ελένης προς την παραλία της Φώκιας.

Ο διοικητής αναφέρθηκε με κάθε λεπτομέρεια στη διαδικασία που ακολουθήθηκε για την εξιχνίαση του εγκλήματος. Σύμφωνα με τα όσα υποστήριξε, έφτασαν στα ίχνη του πρώτου κατηγορούμενου συλλέγοντας υλικό από την κάμερα ασφαλείας καταστήματος δίπλα από το σπίτι της Ελένης Τοπαλούδη ενώ στη συνέχεια ο 19χρονος είπε στις Αρχές το όνομα του 21χρονου.

Το ξέσπασμα της μητέρας της Ελένης και η συνάντηση με τη Μάγδα Φύσσα

Νωρίτερα η μητέρα της Ελένης Τοπαλούδη, μόλις αντίκρισε τους δράστες στην αίθουσα του δικαστηρίου ξέσπασε σε λυγμούς και φώναζε.

«Εγώ θα σας πάρω την ψυχή σας, καταστρέψατε τη ζωή μου, πήρατε το παιδί μου, όχι, αχ, αχ, που στη ζωή τους δε διαβάζανε, το παιδί μου ήξερε πέντε γλώσσες, αυτά τα (...) », είπε η μητέρα της Ελένης Τοπαλούδη στους δράστες.

Οι συγγενείς της επιχείρησαν ανεπιτυχώς να την ηρεμήσουν και η πρόεδρος της έδρας ζήτησε να μεταφερθεί έξω από την αίθουσα για να ηρεμήσει.

Ο δικηγόρος του 21χρονου κατηγορούμενου, Θεόδωρος Μαντάς, είπε ενώπιον του δικαστηρίου πως ο πελάτης του «αρνείται την κατηγορία ως προς το αδίκημα του ομαδικού βιασμού, παραδέχεται ότι υπήρχε όντως ερωτική συνεύρεση αλλά με τη συναίνεση της παθούσας, αποδέχεται τη συμμετοχή, την απλή συνδρομή στην τέλεση ανθρωποκτονίας και εκφράζει τη δημόσια συγγνώμη του η οποία δεν συνδέεται με την αναγνώριση του συγκεκριμένου ελαφρυντικού».

«Αρνείται και τις δύο κατηγορίες και επιφυλάσσεται» είπε ενώπιον του δικαστηρίου ο δικηγόρος του 19χρονου κατηγορούμενου.

Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας οι δύο κατηγορούμενοι ήταν ανέκφραστοι.

Ο 19χρονος αντέδρασε όταν ο Αλέξης Κούγιας αναφερόταν στο παραπεμπτικό βούλευμα. Σύμφωνα με το STAR, ο κατηγορούμενος σηκώθηκε όρθιος και είπε πως σέβεται τον κ. Κούγια αλλά όσα αναφέρθηκαν στην προανάκριση δεν συνέβησαν.

H μητέρα του Παύλου Φύσσα, Μάγδα, βρέθηκε στο Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών και συνομίλησε με τη μητέρα της Ελένης Τοπαλούδη.

Ο φωτογραφικός φακός κατέγραψε τις δύο μάνες ντυμένες στα μαύρα, να κρατούν η κάθε μία από ένα τσιγάρο στο χέρι.

Η Μάγδα Φύσσα χαιρέτισε τους γονείς της Ελένης Τοπαλούδη και συνομίλησε για λίγα λεπτά μαζί τους.

Σπαρακτική ήταν η στιγμή που η μητέρα της Ελένης κατέρρευσε στην αγκαλιά της μάνας του Παύλου.