Τρίτος κατά σειρά συνήγορος της Πολιτικής Αγωγής που λαμβάνει το λόγο στη διαδικασία των αγορεύσεων στη δίκη της Χρυσής Αυγής, ο Θανάσης Καμπαγιάννης συνήγορος και εκείνος των Αιγύπτιων αλιεργατών.

Ο συνήγορος στον πρόλογο της αγόρευσής του, φρόντισε να αποδομήσει την επιχειρηματολογία της εισαγγελέα στην πρότασή της για αθώωση της ηγεσίας της Χρυσής Αυγής σχετικά με την ένταξη και διεύθυνση εγκληματικής οργάνωσης.

Αξίζει να υπενθυμίσουμε, ότι η εισαγγελέας της έδρας εισηγήθηκε την απαλλαγή των κατηγορουμένων για τη συγκεκριμένη κατηγορία, δηλώνοντας πως καμία από τις τρεις βαρύνουσες υποθέσεις δεν είχε άμεση σχέση με την ηγεσία αλλά και ότι σε καμία από τις τρεις δεν προκύπτει απευθείας εντολή της ηγεσίας στους φυσικούς αυτουργούς.

Αυτή η επιχειρηματολογία, θα μπορούσε να έχει θέση ως τοποθέτηση επί μιας κατηγορίας ηθικής αυτουργίας, η οποία όμως – κακώς – δεν περιλαμβάνεται στο παραπεμπτικό βούλευμα.

Αντίθετα, όπως εξήγησε ο Θανάσης Καμπαγιάννης: «Η οργάνωση του 187, είναι γνωστό ότι είναι ποινικοποιημένη πριν τελέσει κακουργήματα. Δεν ξεκινάει λοιπόν από εκεί κανείς να εξετάζει το 187. {…}

Είναι οργάνωση εγκληματογόνος εστία και μόνο με την ύπαρξή της, πριν την τέλεση κακουργημάτων. Η ποινικοποίησή της δεν είναι φρονηματική, στο βαθμό που δεν έχουμε απλά έναν εγκληματία που ετοιμάζεται να εγκληματίσει, αλλά μια οργάνωση που είναι ήδη δομημένη και έτοιμη να τελέσει κακουργηματικές πράξεις. Είναι δηλαδή μια ομάδα σε κακουργηματική ετοιμότητα.

Αν μας ρωτήσει κάποιος ‘τι ποινικοποίεί το 187;’ Η απάντηση είναι να του δείξουμε το βίντεο Πατέλη» είπε χαρακτηριστικά.

«Τι έχουμε εδώ; Μια ομάδα έτοιμη, οπλισμένη, με κακουργηματικό σκοπό που δεν κινείται παρά μόνο αν λάβει το ΟΚ της ηγεσίας. Είναι παντελώς αδιάφορο αν τελέστηκε το έγκλημα. Το σημαντικό που ποινικοποιείται είναι η ύπαρξή της, η ένταξη, η υποταγή της βούλησης των μελών της.

Από που προκύπτει η επιδίωξη τέλεσης κακουργηματικών πράξεων; Ο συγκροτήσας μπορεί ακόμα και να έχει αποχωρήσει. Στρατιωτική εκπαίδευση, οπλισμός, modus operandi, δηλώσεις ηγεσίας που στοχοποιούν ομάδες που στη συνέχεια πλήττονται, τηλεφωνικές συνδιαλέξεις και μηνύματα και από την τέλεση τουλάχιστον δυο κακουργημάτων που τελέστηκαν στο πλαίσιο δράσης της οργάνωσης.

Από τα πλημελλήματα προκύπτει η ύπαρξη της κακουργηματικής δομής. Ο λόγος που εντάχθηκε η υπόθεση του Συνεργείου, είναι γιατί έχουμε συμπύκνωση της δράσης της και μάλιστα και από τα άτομα που πρωταγωνίστησαν δυο μήνες μετά στη δολοφονία του Παύλου Φύσσα. Η ηγεσία ανοιγοκλείνει τη στρόφυγγα αυτής της δράσης. Στο φως της ημέρας έχουμε πλημμεληματικές δράσεις, όταν είναι νύχτα κακουργηματικές».