Η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων καταγγέλλει με ανακοίνωσή της, «έμμεση πίεση στους Εισαγγελικούς Λειτουργούς τόσο από Υπουργούς της Κυβέρνησης όσο και από εκπροσώπους των αστυνομικών υπαλλήλων».

Υπενθυμίζεται ότι οι αστυνομικοί εμφανίστηκαν από την πρώτη στιγμή ενοχλημένοι από τον πλημμεληματικό χαρακτήρα της ποινικής δίωξης που ασκήθηκε εναντίον των καταληψιών στο Κουκάκι, υποστηρίζοντας ότι δεν ανταποκρίνεται στα όσα έζησαν έξω από το κτήριο της οδού Ματρόζου και της οδού Παναιτωλίου.

Σε απάντησή της την Τρίτη, η εισαγγελία σημείωνε ότι «η ποινική δίωξη σε βάρος των συλληφθέντων ασκήθηκε με βάση τα στοιχεία που περιλαμβάνονταν στην δικογραφία που εστάλη από την Αστυνομία».

Την Τετάρτη τη σκυτάλη των αντιδράσεων πήρε η Ένωση Αστυνομικών Υπαλλήλων Δυτικής Αττικής, προχωρώντας σε καταγγελία στην εισαγγελία του Αρείου Πάγου με παράλληλη κοινοποίηση στον υπουργό Προστασίας του Πολίτη Μιχάλη Χρυσοχοΐδη και τον υπουργό Δικαιοσύνης Κώστα Τσιάρα.

Η σημερινή ανακοίνωση της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων:

«Επιχειρήθηκε τις τελευταίες ημέρες συντονισμένα τόσο από Υπουργούς της Κυβέρνησης όσο και από εκπροσώπους των αστυνομικών υπαλλήλων μία έμμεση πίεση στους Εισαγγελικούς Λειτουργούς για τροποποίηση των ποινικών διώξεων που έχουν ήδη ασκηθεί σε βαθμό πλημμελήματος, προκειμένου να χαρακτηριστούν ως κακουργήματα συγκεκριμένες κατηγορίες υποθέσεων, που αφορούν επιθέσεις σε βάρος αστυνομικών. 

Έφθασε μάλιστα Ένωση αστυνομικών υπαλλήλων στο εξωφρενικό σημείο να ζητά τον πειθαρχικό έλεγχο Εισαγγελέα, γιατί δεν άσκησε δίωξη έτσι όπως οι ίδιοι θα επιθυμούσαν. Δεν έχει γίνει ακόμα κατανοητό ότι οι Δικαστικοί και Εισαγγελικοί Λειτουργοί ενεργούν σύμφωνα με το προσκομιζόμενο αποδεικτικό υλικό και τα στοιχεία που υπάρχουν στην δικογραφία. Τηρούν απαρέγκλιτα τη νομιμότητα και δεν αυθαιρετούν ούτε ενεργούν με βάση την πολιτική συγκυρία και τα κελεύσματα της επικαιρότητας. 

Η κρίση τους για την υπαγωγή μιας πράξης σε συγκεκριμένη νομοτυπική μορφή αδικήματος είναι κρίση επιστημονική βασισμένη σε πορίσματα της νομικής θεωρίας και της νομολογίας και δεν μπορεί να γίνεται αντικείμενο διαπραγμάτευσης πολύ περισσότερο με όρους συναισθηματικούς και άρα αντιεπιστημονικούς. Καλούνται άλλη μια φορά να συνεχίσουν να επιτελούν το καθήκον τους κλείνοντας τα αυτιά σε προτροπές και εκφοβισμούς».