Ο νεαρός μίλησε για τις δραματικές στιγμές που έζησε το βράδυ της περασμένης Τετάρτης, όταν δολοφονήθηκε ο παππούς του.

«Ήμασταν τέσσερα παιδιά μέσα σε μια γκαρσονιέρα και περνούσαμε τον χρόνο μας. Περιμέναμε άλλο ένα παιδί. Έτσι εγώ, χωρίς να έχω ιδέα, άνοιξα την πόρτα και αντίκρισα έναν ξένο άνδρα. Με την πρώτη κατάλαβα ότι κάτι δεν πάει καλά, καθώς δεν τον είχα ξαναδεί. Προσπάθησα να το παίξω αδιάφορος και να κινηθώ με ασφάλεια. Πήγα να συμβουλευτώ τον παππού μου», ανέφερε ο νεαρός στο neakriti.gr.

«Ο παππούς μου προσπάθησε να πάει να του μιλήσει ώστε να ξεκαθαρίσει την υπόθεση, όπως θα έκανε κάθε σωστός άνθρωπος. Βγήκε έξω και του μίλησε όμορφα. Ρωτούσε ο άνθρωπος διάφορα: “ποια γυναίκα μένει πάνω; πόσα πληρώνει;” και εάν είναι καλή γυναίκα. Όταν ο παππούς μου του έφερε άρνηση λέγοντας ότι “αυτό δε σε αφορά”, εκείνη τη στιγμή εγώ είχα οπισθοχωρήσει λίγο, επειδή είχα το ένστικτο να πάω να ειδοποιήσω τα παιδιά για να κλειδώσουν την πόρτα. Ήξερα ότι θα ξαναπήγαινε εκεί. Εκείνη τη στιγμή είχα κάνει δέκα βήματα πίσω ακούγοντας να οπλίζει το όπλο και να “παίζει”», συμπλήρωσε.

«Βγαίνοντας έξω αντίκρισα έναν σκοτωμένο άνθρωπο: τον παππού μου. Η γιαγιά μου ήταν κάτω κι έκλαιγε, με αίματα στα χέρια. Τον κοίταξα (σ.σ. τον κατηγορούμενο) κι ήταν μπροστά μου με το όπλο. Εκείνη τη στιγμή θόλωσα. Έκανα ό,τι μπορούσα για να σώσω αυτόν που ήταν όρθιος: τη γιαγιά μου. Την έσυρα μέσα, έκλεισα την πόρτα και κάλεσα το ασθενοφόρο κατευθείαν. Ήμουν σε σοκ. Ευτυχώς ανταποκρίθηκαν γρήγορα (σ.σ. από το ΕΚΑΒ). Μετά άκουσα άλλους πέντε πυροβολισμούς. Δεν ήξερα ότι είχε “παίξει” στην γκαρσονιέρα, στην πόρτα. Όταν ήρθε το ασθενοφόρο κι αυτός έφυγε, πήγα από πίσω για να δω τα παιδιά τι κάνουν. Αντίκρισα την πόρτα πυροβολημένη και την πίσω πόρτα ανοικτή» είπε ο 17χρονος.

«Είχαν γίνει άνω-κάτω τα τραπεζάκια, οι καναπέδες... Έψαχνα να βρω αίμα για να δω αν είχε χτυπήσει κάποιος από τους φίλους μου. Ευτυχώς δεν είχε χτυπήσει κανείς. Τα παιδιά, όμως, είχαν τρομοκρατηθεί. Είχαν πηδήξει από ταράτσες, είχαν φύγει, είχαν κρυφτεί σε μαγαζιά στις Μοίρες... Ένας φίλος μου κρύφτηκε στο σπίτι της θείας μου από πάνω», ανέφερε ακόμη ο νεαρός, ο οποίος επισήμανε ότι ο κατηγορούμενος «θα μπορούσε κάλλιστα να με έχει πυροβολήσει. Είχε την άνεση να σηκώσει το όπλο και να με σκοτώσει. Θα μπορούσε (σ.σ. να το είχε κάνει) εάν του είχα φέρει άρνηση, ή αν είχα κάνει οποιαδήποτε άλλη κίνηση», ανέφερε.

«Δεν προηγήθηκε κανένας καβγάς. Ο άνθρωπος δεν ήξερε καν σε ποια πόρτα να χτυπήσει. Δεν ήξερε καν πού να πάει. Ήρθε απλά με ένα πιστόλι οπλισμένο να σκοτώσει ανθρώπους. Επειδή “έτσι του κάπνισε” μάλλον», είπε ακόμη ο 17χρονος, ο οποίος περιέγραψε και τις στιγμές που η εν διαστάσει σύζυγος του κατηγορούμενου αντίκρισε τον νεκρό σπιτονοικοκύρη της.

«Από όσο ξέρω, ούτε η σύζυγός του περίμενε κάτι τέτοιο. Όταν ήρθε κάτω κι αντίκρισε αυτήν την εικόνα... έπεσε κάτω κι έκλαιγε κι αυτή», είπε ο νεαρός, ο οποίος κλείνοντας είπε ότι «είμαστε όλοι μαζί (σ.σ. εκείνος και οι φίλοι του), αν και σίγουρα υπάρχει ένα μικρό σοκ. Όμως ο ένας στηρίζει τον άλλον. Μιλάμε και με τους δικούς μας ανθρώπους που μας δίνουν δύναμη. Πιστεύω ότι είμαστε αρκετά δυνατοί για να το ξεπεράσουμε».

Ο 51χρονος οδηγήθηκε το πρωί της Τρίτης στα γραφεία της ανακρίτριας εν μέσω σφοδρών αντιδράσεων από τους συγγενείς του αποθανόντα. Ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε πως δεν θυμάται τίποτα από το συμβάν και ζήτησε συγγνώμη από την οικογένεια του θύματος. Ο 51χρονος κρίθηκε προφυλακιστέος μετά το τέλος της απολογίας του.