Ο ιατροδικαστής Φίλιππος Κουτσάφης κατέθεσε πως «στην αρχή της καύσης το θύμα ζούσε, άσχετα αν είχε ή όχι τις αισθήσεις του. Είχε αναπνοή και κυκλοφορία. Ποτέ δεν έχω δει τέτοιο βαθμό καύσης. Δεν βρέθηκαν ούτε οστά κρανίου, ούτε δόντια, βρέθηκε ακτινογραφικά σύρμα μέσα στους ιστούς με σπασμένα κόκαλα. Τα χέρια του ήταν δεμένα, ενώ δεμένος και ο κορμός του στη θέση του οδηγού. Αυτό δεν αμφισβητείται. Στο αίμα του δεν βρέθηκαν κάποιες ουσίες. Η επιστημονική μου γνώμη είναι ότι επρόκειτο για εγκληματική ενέργεια, αποκλειόμενη η περίπτωση της αυτοκτονίας».

«Εγώ ξέρω να σας πω τι έγινε με τον νεκρό, όχι ποιος το έκανε. Είναι λίγο δύσκολο η κατηγορούμενη να έχει δέσει το θύμα μόνη της», είπε ο ιατροδικαστής, σύμφωνα με την Espresso.

Από την πλευρά της η σύζυγος του θύματος που κατηγορείται για τη δολοφονία επέμεινε στην αθωότητά της: «Αρνούμαι την κατηγορία. Με τον σύζυγό μου ερωτευτήκαμε και θέλαμε να παντρευτούμε, αν και οι γονείς του είχαν αντιρρήσεις, επειδή δεν ήμουν δασκάλα και δεν με θεωρούσαν κατάλληλη για τον γιο τους».

Η κατηγορούμενη ισχυρίστηκε πως ο σύζυγός της είχε παραδεχτεί πως διατηρούσε εξωσυζυγική σχέση και της είχε υποσχεθεί πως θα διέλυε τον παράνομο δεσμό.

Σύμφωνα με τα όσα κατέθεσε, η ερωμένη τηλεφωνούσε στον Νίκο Μέντζο και τον έβριζε ενώ έφτασε στο σημείο να πάει κάτω από το σπίτι τους ουρλιάζοντας «σου είπα ότι θα έρθω σπίτι σου».

Για την ημέρα της δολοφονίας, η χήρα ισχυρίστηκε πως στις 6:15 το πρωί ο σύζυγός της πήγε μαζί με τον αδερφό της για να κόψουν χόρτα σε ένα χωράφι. Στις 11:08 της τηλεφώνησε ο ίδιος και, αφού αυτή απάντησε στην κλήση, δεν της μίλησε, αλλά λίγα δευτερόλεπτα αργότερα τον άκουσε να της λέει «τώρα θα γίνουν όλα ρημαδιό».

Όπως είπε στο δικαστήριο, έφυγε από το ζαχαροπλαστείο το οποίο βρισκόταν για να τον αναζητήσει και στις 11:40 που έφτασε δεν τον βρήκε. Πήρε τον δρόμο της επιστροφής και σταμάτησε σε ένα σημείο του δρόμου για να τηλεφωνήσει στον γιο της, όμως είδε τα δεξιά της καπνό να βγαίνει από το κτήμα.

Στη συνέχεια κατευθύνθηκε προς το σημείο και είδε το αυτοκίνητο που καιγόταν: «δεν μπόρεσα να διακρίνω αν βρισκόταν άνθρωπος μέσα. (...) Μετά μου είπαν ότι μέσα στο αυτοκίνητο βρέθηκαν υπολείμματα σώματος.

Σε ερώτηση της προέδρου του δικαστηρίου για το που πήγε το μυαλό της η κατηγορούμενη απάντησε ότι αρχικά σκέφτηκε τη δολοφονία και όχι την αυτοκτονία και πως το μυαλό της πήγε στην ερωμένη.

Αρχικά ο θάνατος του Νίκου Μέντζου είχε χαρακτηριστεί ως αυτοκτονία, ωστόσο η οικογένειά του έκανε αίτημα για εκταφή, το οποίο και έγινε δεκτό. Από την ιατροδικαστική εξέταση προέκυψε πως τμήματα από σύρμα ήταν πλεγμένα με τους ιστούς και τα οστά ενώ δεν βρέθηκε το κεφάλι και τα δόντια.

Το παραπεμπτικό βούλευμα αναφέρει πως το ισχυρότερο κίνητρο για να βλάψει τον Νίκο Μέντζο είχε η σύζυγός του αφού γνώριζε την εξωσυζυγική σχέση που διατηρούσε. Σύμφωνα με το βούλευμα η σύζυγος έδρασε από κοινού με άγνωστο δράστη και προέβη στη δολοφονία.