Όπως αναφέρει ο Ταχυδρόμος Βόλου, σύμφωνα με το κατηγορητήριο, από τον Απρίλιο έως τον Σεπτέμβριο του 2018 ο 70χρονος χτυπούσε την 41χρονη σε χέρια και πόδια, προκαλώντας της μώλωπες, ενώ στις 22 Αυγούστου της προκάλεσε κακώσεις και αιματώματα στο πρόσωπο και στις 11 Σεπτεμβρίου του ιδίου έτους πολλαπλούς μώλωπες και εκχυμώσεις στο πρόσωπο και στο χέρι. Ακόμη, την απείλησε ότι θα της σπάσει το κεφάλι, θα της μαυρίσει τα μάτια, θα της σπάσει χέρια και πόδια.

Η φρίκη που βίωνε η 41χρονη ήρθε στο φως της δημοσιότητας τη Δευτέρα σε δίκη που έγινε στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βόλου. Ο 70χρονος πατέρας της δικάστηκε για ενδοοικογενειακή σωματική βλάβη κατ’ εξακολούθηση και για ενδοοικογενειακή απειλή κατ’ εξακολούθηση.

Δεν ήταν η πρώτη φορά που δικαζόταν, καθώς τον περασμένο Μάιο καταδικάστηκε για παρόμοια περιστατικά σε βάρος της κόρης του που σημειώθηκαν σε άλλους χρόνους σε ποινή φυλάκισης 18 μηνών.

Το δικαστήριο επέβαλε στον 70χρονο ποινή φυλάκισης 5 ετών χωρίς αναστολή, χωρίς μετατροπή, χωρίς η έφεση να έχει αναστέλλουσα δύναμη, χωρίς να του αναγνωρίσει κανένα ελαφρυντικό, ούτε του μειωμένου καταλογισμού πράξεων. Η πρόεδρος ανακοίνωσε τη διαβίβαση της δικογραφίας της υπόθεσης για περαιτέρω έρευνα στην Εισαγγελία Βόλου για τυχόν ποινικές ή αστικές ευθύνες κατά παντός υπευθύνου ενδεχομένως κατά υπολοίπων μελών της οικογένειας και κατά κοινωνικών υπηρεσιών. Εάν γειτόνισσα της οικογένειας δεν είχε προβεί σε καταγγελία, το μαρτύριο που ζούσε η 41χρονη, η οποία απεβίωσε ενάμιση μήνα μετά από εγκλεισμό της σε ψυχιατρική κλινική, ίσως να μην ξεσκεπαζόταν ποτέ.

Η μάρτυρας κατά την εξέτασή της από το δικαστήριο περιέγραψε με κάθε λεπτομέρεια τη φρίκη που ζούσε καθώς το σπίτι της είναι πίσω από το σπίτι της εν λόγω οικογένειας. Η μάρτυρας είπε ότι απευθύνθηκε σε «κοινωνικές υπηρεσίες που δήλωσαν αναρμόδιες» και στη συνέχεια κατήγγειλε το περιστατικό.

Η σύζυγος του κατηγορούμενου και μητέρα της θανούσας είπε ότι στην 41χρονη κόστισε πολύ ο εγκλεισμός της σε ψυχιατρική κλινική. «Την είχαν δεμένη χειροπόδαρα», ανέφερε.

Ο εισαγγελέας έδρας προτείνοντας καταδίκη εξήρε τη συμπεριφορά της μάρτυρα έναντι της ντροπιαστικής, όπως σημείωσε, συμπεριφοράς των κοινωνικών υπηρεσιών να παραπέμπουν την υπόθεση από τον Άννα στον Καϊάφα. «Η γυναίκα παρ’ όλο που είχε νοητική υστέρηση είχε διακαή πόθο και ζητούσε βοήθεια από το γειτονικό περιβάλλον να απομακρυνθεί από την οικογένειά της», ανέφερε ο εισαγγελέας έδρας, τονίζοντας ότι ζούσε μία επικίνδυνη κατάσταση με διαρκή εκφοβισμό και άσκηση βίας και έπρεπε να βοηθηθεί, όχι να αντιμετωπιστεί ως εχθρός.

Ο εισαγγελέας απέρριψε τον ισχυρισμό της νομικής πλάνης και τόνισε ότι ο πατέρας της προσπάθησε να γίνει δικαστικός συμπαραστάτης της γυναίκας που κακοποιούσε, ενώ δεν ήταν ικανός.

Τι υποστήριξε η συνήγορος υπεράσπισης

Η συνήγορος υπεράσπισης τόνισε ότι η 41χρονη πέθανε 1,5 μήνα μετά τον εγκλεισμό της σε ψυχιατρική κλινική. Είπε ότι οι γονείς της φοβήθηκαν τις κατηγόριες της γειτονιάς και γι’ αυτό την έκλεισαν στην κλινική όπου την έδεσαν χειροπόδαρα. Ισχυρίστηκε ότι «δεν μπορούμε να καταδικάσουμε έναν άνθρωπο από όσα άκουγε μία γειτόνισσα. Η μάρτυρας είπε ότι άκουγε φωνές, άκουγε διάφορα. Καλά έκανε να καταγγείλει. Δεν μας είπε όμως ότι είδε τον πατέρα της να τη χτυπά, να την απειλεί, να της φωνάζει», επισήμανε. Ακόμη, υποστήριξε ότι ο κατηγορούμενος έκανε κοινωνικό έργο δουλεύοντας 40 χρόνια στην Υπηρεσία Καθαριότητας και μεγαλώνοντας το αυτιστικό εγγόνι του. «Αν δεν υπήρχαν αυτοί οι δύο άνθρωποι τα παιδιά θα ήταν σε ίδρυμα», επισήμανε.

Το δικαστήριο ανακοίνωσε την απόφασή του, απορρίπτοντας όλα τα ελαφρυντικά και μετά την απόφαση ο 70χρονος αναμένεται να οδηγηθεί στη φυλακή για την έκτιση της ποινής του.