Όπως είπε στον ALPHA η κυρία Βουλγαρίδου, δεν είχε ενημερωθεί πως ήταν το πρώτο κρούσμα κορονοϊού στην Ελλάδα και το έμαθε από την τηλεόραση: «38χρονη που ταξίδεψε το Μιλάνο, δεν υπήρχε κάποιος άλλος. Μου έστελναν μήνυμα οι δικοί μου άνθρωποι και με ρωτούσαν αν ήμουν εγώ και απαντούσα πως δεν ξέρω. Δεν το πίστευα, έλεγα αποκλείεται, έχει γίνει λάθος, έχουν κάνει λάθος οι δημοσιογράφοι».

Μόλις έμαθε πως είναι το πρώτο κρούσμα «πήρα τηλέφωνο τον σύζυγο να τον ενημερώσω, προσπαθούσα να κρατάω την ψυχραιμία μου γιατί ήταν μαζί του το παιδί οπότε έπρεπε να τα παρουσιάσω ότι όλα είναι “οκ”».

«Φοβήθηκα για το παιδί μου» λέει βουρκωμένη η κυρία Βουλγαρίδου. «Φοβήθηκα για όλους, περνούσε μπροστά μου σαν φιλμ, όλοι οι άνθρωποι με τους οποίους συναναστράφηκα. Μου δημιουργήθηκε άγχος, νόμιζα πως όλοι θα πάθουν κάτι», ανέφερε.

«Πέρα από τον πυρετό δεν είχα κάτι άλλο. Πέρα από το παιδί μου και την φίλη μου, δεν κόλλησε κανένας άλλος. Ούτε ο σύζυγός μου που ήταν μαζί μου στο ταξίδι», είπε η κυρία Βουλγαρίδου.

Για τη διαδικασία που ακολουθήθηκε με τον γιο της, ο οποίος ήταν ασυμπτωματικός ανέφερε: «μου τον έφεραν στον θάλαμο και έπρεπε να δείξω πως όλα είναι καλά, όλα είναι τέλεια. Οι συνθήκες δεν ήταν για παιδί. Δεν του είπα ποτέ πως ήμασταν άρρωστοι, ούτε και ο ίδιος. Του είπα πως είμαστε πολύ καλά, πως έχω μία ίωση και ψάχνουν να βρουν τι είναι και γι αυτό το λόγο πρέπει να είσαι μαζί μου. Δεν ήταν η αλήθεια, αλλά δεν μπορούσα να του πω κάτι άλλο».

«Όταν είμαστε μόνοι μας μπορούμε και να κλάψουμε. Λόγω του παιδιού δεν μπορούσα. Περίμενα να κοιμηθεί το βράδυ για να κλάψω μόνη μου», λέει η κυρία Βουλγαρίδου.

Όσο για το μάθημα που της έδωσε η περιπέτειά της είναι «η ίδια η ζωή και η αξία της».

«Το δυσκολότερο ήταν η πρώτη μέρα που ο γιατρός μου ανακοίνωσε ότι είμαι το πρώτο κρούσμα COVID-19 στην Ελλάδα. Ένιωσα περίεργα συναισθήματα, πρώτα απ' όλα φόβο γιατί ήταν κάτι άγνωστο για εμένα, φόβο και για το παιδί μου, για τους ανθρώπους που συναναστράφηκα. Δεν ήξερα τι ακριβώς συμβαίνει, πως είναι η εξέλιξη του ιού», είπε.