Συγκεκριμένα ο πατέρας Χαράλαμπος Κοπανάκης, ιερέας στο χωριό Σοκαράς του Δήμου Γόρτυνας, με κείμενο του στο Facebook, πήρε αποστάσεις από την επίσημη θέση της Ιεράς Συνόδου και εκφράζοντας μία διαφορική γνώμη για το εάν μεταδίδονται μολυσματικές ασθένειες από το μυστήριο της Θείας Κοινωνίας.

Όπως αναφέρει στην ανάρτησή του όπου τονίζει ότι αποτελεί την προσωπική του άποψη, «την εποχή που αποφασίστηκε και υιοθετήθηκε η χρήση ίδιου για όλους κουταλιού, το τελευταίο που μπορούσαν να υποθέσουν οι άνθρωποι, ήταν η πιθανότητα μετάδοσης ασθενειών. Συνεπώς η απόφαση για την χρήση ενός κουταλιού με το οποίο θα Κοινωνούν ολοι οι πιστοί, δεν λήφθηκε με υγειονομικά κριτήρια, αλλά καθαρά για πρακτικούς λόγους».

«Η ουσία για το Χριστιανισμό, είναι να μετέχουν οι πιστοί στη μετάληψη του Άρτου και του Οίνου της κοινής λατρείας. Το επουσιώδες, είναι ο τρόπος που θα γίνεται αυτό», προσθέτει και καταλήγει:

«Το κύριο τώρα επιχείρημα ημών των πιστών, οτι δηλαδή μέσω της Θείας Κοινωνίας δεν μεταδίδονται ασθένειες που κολλάνε με το σάλιο, μάλλον είναι και υβριστικό. Κανείς για παράδειγμα δεν διανοείται να υποστηρίξει οτι ενα ζευγάρι που έκανε εκκλησιαστικό Γάμο και συνεπώς δέχθηκε τη Θεία Χάρη, είναι αδύνατον ποτέ να χωρίσει. Κανείς δεν διανοείται να υποστηρίξει ότι οι ασθενείς που ευλογουνται με το λαδάκι του ευχελαίου οπωσδήποτε θεραπεύονται».

Δείτε ολόκληρη την ανάρτηση του πατέρα Χαράλαμπου Κοπανάκη:

«Ευτυχώς πλέον στην εποχή μας, η δυνατότητα να εκφράζει κανείς τη γνώμη του, είναι κατοχυρωμένη και εν πολλοίς σεβαστή. Είναι σημαντικό λοιπόν να εκφραζόμαστε,
αρκεί να το κάνουμε με αίσθημα ευθύνης και επιχειρήματα.

Η γνώμη μου λοιπόν εντελώς ξεκάθαρα, για το θέμα του τρόπου μετάδοσης της Θείας Κοινωνίας, έχει ως εξής. Την εποχή που αποφασίστηκε και υιοθετήθηκε η χρήση ίδιου για όλους κουταλιού, το τελευταίο που μπορούσαν να υποθέσουν οι άνθρωποι, ήταν η πιθανότητα μετάδοσης ασθενειών. Σκεφθείτε οτι μέχρι πριν εναν αιώνα, ειχαμε άγνοια για τη χρησιμότητα του πλυσίματος των χεριών, ως νούμερο ενα πράξη προστασίας.

Συνεπώς η απόφαση για την χρήση ενός κουταλιού με το οποίο θα Κοινωνούν ολοι οι πιστοί, δεν λήφθηκε με υγειονομικά κριτήρια, αλλά καθαρά για πρακτικούς λόγους.

Οι άνθρωποι τώρα, διαχρονικά έχουμε την τάση να κολλάμε στους τύπους, χάνοντας την ουσία. Για όσους έχουν ασχοληθεί έστω και λίγο με τα θεολογικά, είναι γνωστό ότι ο Χριστός έδωσε μεγάλη βάση στην διάκριση τύπου και ουσίας.

Συνοψίζοντας, η ουσία για το Χριστιανισμό, είναι να μετέχουν οι πιστοί στη μετάληψη του Άρτου και του Οίνου της κοινής λατρείας. Το επουσιώδες, είναι ο τρόπος που θα γίνεται αυτό.

Στις θρησκείες βέβαια, η σχέση με το παλαιό είναι περίεργη. Σχεδόν σε όλες τις θρησκείες, όποια πρακτική έρχεται από το παρελθόν, λαμβάνει θεση δόγματος, ακόμα και αν πρόκειται για πρακτικό θέμα, στο οποίο φυσιολογικά θα έπρεπε να υπάρχει ευελιξία.

Επειδή λοιπόν είμαστε εγκλωβισμένοι σε αυτό τον τρόπο προσέγγισης της εκκλησιαστικής πραγματικότητας, ψάχνουμε απεγνωσμένα επιχειρήματα που να κατοχυρώνουν την θαυματουργική παρεμπόδιση μετάδοσης ασθενειών, μέσω του κοινού κουταλιού. Τα επιχειρήματα όμως αυτά, καθόλου πειστικά δεν είναι, δεδομένου οτι δεν έχουμε επιστημονικά στοιχεία από παλαιότερες εποχές. Αυτό, θα ήταν εξάλλου αδύνατον,
αφού οι εργαστηριακές αναλύσεις και οι στατιστικές μελέτες, είναι νέες πραγματικότητες.

Το σίγουρο όμως που γνωρίζουμε, είναι ότι η θνησιμότητα τοτε ήταν στα ύψη, λόγω της ανεπαρκούς ανάπτυξης της ιατρικής επιστήμης.

Το κύριο τώρα επιχείρημα ημών των πιστών, οτι δηλαδή μέσω της Θείας Κοινωνίας δεν μεταδίδονται ασθένειες που κολλάνε με το σάλιο, μάλλον είναι και υβριστικό.

Κανείς για παράδειγμα δεν διανοείται να υποστηρίξει οτι ενα ζευγάρι που έκανε εκκλησιαστικό Γάμο και συνεπώς δέχθηκε τη Θεία Χάρη, είναι αδύνατον ποτέ να χωρίσει. Κανείς δεν διανοείται να υποστηρίξει ότι οι ασθενείς που ευλογουνται με το λαδάκι του ευχελαίου οπωσδήποτε θεραπεύονται. Θα ήταν επίσης φαιδρό να πούμε οτι κάποιος που βαπτίζεται, κλειδώνει απαραίτητα η ύπαρξη του στον Εκκλησιαστικό χώρο.

Οι άνθρωποι δε που καποια στιγμή δεχόμαστε χειροτονία και καθισταμεθα κληρικοί, δεν χάνουμε μαγικά τις αδυναμίες μας. Τις κουβαλάμε και μάλιστα στις περισσότερες των περιπτώσεων τις μεγενθυνουμε στην πορεία.

Αυτά και πολλά άλλα που θα μπορούσαμε να πούμε, καταδεικνύουν ότι η πίστη δεν λειτουργεί με όρους μαγείας και αυτοματοποιημένους μηχανισμούς αναχαίτισης της όποιας φυσικής νομοτέλειας.

Κατά τη γνώμη μου, θα ήταν πολύ εύκολο να αλλάξουμε τον τρόπο μετάδοσης της Θείας Κοινωνίας, χωρίς να πλήττεται διόλου η ουσίας της πίστης.

Βέβαια δεν τρέφω ουδεμία αυταπάτη οτι αυτό πρόκειται να συμβεί. Το μόνο που διεκδικώ, είναι η ξεκάθαρη κατάθεση της γνώμης μου».