Σύμφωνα με ανακοίνωση της ΕΛ.ΑΣ., μετά από πολύμηνη έρευνα από την Υποδιεύθυνση Ασφάλειας Αθηνών της Διεύθυνσης Ασφάλειας Αττικής διακριβώθηκε η δράση δύο πολυμελών εγκληματικών οργανώσεων, που δραστηριοποιούνταν συστηματικά σε κλοπές πορτοφολιών και τιμαλφών κυρίως σε Μέσα Μαζικής Μεταφοράς, στην Αθήνα.

Σε οργανωμένη αστυνομική επιχείρηση, που πραγματοποιήθηκε τη Δευτέρα 6 Ιουλίου 2020 στην ευρύτερη περιοχή της Αθήνας, συνελήφθησαν 36 μέλη των εγκληματικών οργανώσεων 35 αλλοδαποί και ημεδαπός, σε βάρος των οποίων, καθώς και 23 ακόμα αλλοδαπών, σχηματίστηκε δικογραφία για – κατά περίπτωση - εγκληματική οργάνωση, διακεκριμένες κλοπές, νομοθεσία περί όπλων και ναρκωτικών.

Στην επιχείρηση συμμετείχαν αστυνομικοί από Υπηρεσίες της Διεύθυνσης Ασφάλειας Αττικής, από τα Τμήματα Ασφαλείας Καλλιθέας και Συντάγματος και τις Ομάδες Πρόληψης και Καταστολής Εγκληματικότητας (Ο.Π.Κ.Ε.).

Μέχρι τώρα έχουν εξιχνιαστεί 161 περιπτώσεις κλοπών σε Μέσα Μαζικής Μεταφοράς (ΜΕΤΡΟ, Η.Σ.Α.Π., λεωφορεία, τρόλεϊ κλπ), ενώ οι έρευνες για τη συμμετοχή τους και σε άλλες αξιόποινες πράξεις συνεχίζονται.

Όπως προέκυψε από την έρευνα, οι εγκληματικές οργανώσεις λειτουργούσαν με τη μορφή υποομάδων, με την πρώτη να διαρθρώνεται σε επτά υποομάδες και τη δεύτερη σε τέσσερις, στην συντριπτική τους πλειοψηφία αποτελούμενες από άτομα της ίδιας εθνικότητας, που ενεργούσαν με οργανωμένο και «επαγγελματικό» τρόπο.

Καθημερινά, από εξαμήνου και πλέον, διέπρατταν κλοπές σε βάρος επιβατών Μέσων Μαζικής Μεταφοράς, από τους οποίους αφαιρούσαν πορτοφόλια με χρήματα και προσωπικά έγγραφα ή άλλα αντικείμενα (κινητά τηλέφωνα κ.λπ.), μοιράζοντας μεταξύ τους τα χρήματα ή διαθέτοντας τα κλοπιμαία σε κλεπταποδόχους.

Αναφορικά με τον τρόπο δράσης τους, τα ηγετικά στελέχη καθόριζαν τον τρόπο και το ωράριο δράσης, κυρίως σε ώρες αυξημένης επιβατικής κίνησης, καθώς και τα δρομολόγια όπου θα αναπτυσσόταν η κάθε υποομάδα, φροντίζοντας να καλύπτουν κεντρικούς σταθμούς ΜΕΤΡΟ και Η.Σ.Α.Π. (Ομόνοια, Ευαγγελισμός, Μέγαρο Μουσικής, Πανόρμου, Σύνταγμα, Μεταξουργείο, Καλλιθέα κ.λπ.).

Πρωινές ή μεσημβρινές ώρες μετέβαιναν σε σταθμούς και στάσεις λεωφορείων, όπου σε ομάδες των τριών έως επτά ατόμων, εισέρχονταν σε αποβάθρες, συρμούς και λεωφορεία. Φρόντιζαν μάλιστα να αναπτύσσονται και στις δυο πλευρές των σταθμών, να εναλλάσσουν συνεχώς «τομείς» και δρομολόγια και να επιχειρούν σε διαφορετικά σημεία, ώστε να μην εντοπίζονται εύκολα.

Στοχοποιούσαν συνήθως ηλικιωμένους πολίτες και τουρίστες και επέλεγαν κυρίως όσους είχαν πορτοφόλι ή κινητό σε εξωτερικές τσέπες του ρουχισμού τους.

Για τη διάπραξη της κλοπής δημιουργούσαν κατάλληλες συνθήκες με τεχνητό συνωστισμό και αποσπούσαν την προσοχή του υποψήφιου θύματος τους, το οποίο περικύκλωναν, ώσπου μέλος της ομάδας να αφαιρέσει το πορτοφόλι ή το κινητό.

Ακολούθως τα υπόλοιπα μέλη εγκλώβιζαν το θύμα, διασφαλίζοντας έτσι τη διαφυγή του δράστη που αφαίρεσε τα κλοπιμαία, τα οποία σε καμία περίπτωση δεν διατηρούσε στην κατοχή του, αλλά άμεσα τα παρέδιδε σε άλλο μέλος της ομάδας, το οποίο αποβιβαζόταν στην πρώτη στάση, ενώ οι υπόλοιποι «σκόρπιζαν» σε διαφορετικές κατευθύνσεις, μέχρι να ενωθούν ξανά.

Μάλιστα η ΕΛ.ΑΣ. Έδωσε στη δημοσιότητα και βιντεοληπτικό υλικό με τη δράση των ομάδων.

Στη συνέχεια απέρριπταν τα πορτοφόλια σε κάδους απορριμμάτων ή υπονόμους, ενώ άλλα μέλη της οργάνωσης με υποστηρικτικό ρόλο, παραλάμβαναν τα κλοπιμαία, έτσι ώστε να μην παραμένουν στην κατοχή των ομάδων «κρούσης», ελαχιστοποιώντας έτσι την αποκάλυψή τους σε τυχόν αστυνομικό έλεγχο.

Διαβατήρια, άδειες διαμονής, κινητά τηλέφωνα και λοιπά τιμαλφή τα διέθεταν σε κλεπταποδόχους και καταστήματα με κινητά τηλέφωνα, εισπράττοντας άμεσα το αντίτιμο, είτε τα προωθούσαν στο εξωτερικό, μοιράζοντας τα κέρδη μεταξύ τους.

Τα μέλη των οργανώσεων, τηρούσαν συγκεκριμένους ενδυματολογικούς κανόνες (dress-code), έτσι ώστε να προσαρμόζονται στις συνθήκες και το περιβάλλον, όπως μάσκες προσώπου COVID-19, εφημερίδες, χάρτες, τσαντάκια και άλλα παρεμφερή αντικείμενα, που χρησιμοποιούσαν για να καλύπτουν τις κινήσεις των χεριών τους τη στιγμή που διέπρατταν την κλοπή .

Επιπλέον λάμβαναν ιδιαίτερα μέτρα προφύλαξης, αποφεύγοντας τις κάμερες ασφαλείας ενώ εξέρχονταν κατά διαστήματα από σταθμούς ή λεωφορεία, ελέγχοντας για αστυνομική παρουσία, ώστε να απομακρυνθούν προσωρινά ή να αναστείλουν τη δράση τους.

Στις μεταξύ τους επικοινωνίες, χρησιμοποιούσαν κινητά τηλέφωνα καταχωρημένα σε ονόματα ανύπαρκτων αλλοδαπών (αχυράνθρωποι), τα οποία άλλαζαν τακτικά.

Σε έρευνες που πραγματοποιήθηκαν σε οικίες και καταστήματα, βρέθηκαν και κατασχέθηκαν:

  • 94 κινητά τηλέφωνα και 11 τάμπλετ
  • 5.975 ευρώ και τέσσερις φορητοί υπολογιστές
  • 33 πορτοφόλια και 14 ρολόγια
  • 24 καπέλα και πέντε γυαλιά
  • Επτά αποκόμματα μεταφοράς χρημάτων
  • Τέσσερα οχήματα
  • Μικροποσότητα κάνναβης,
  • Μαχαίρια και αεροβόλα πιστόλια

Σημειώνεται ότι το σύνολο των μελών των εγκληματικών οργανώσεων έχουν συλληφθεί στο παρελθόν (51) φορές για διάπραξη κλοπών.

Οι συλληφθέντες οδηγήθηκαν στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών.

Η ΕΛ.ΑΣ. Έδωσαν στη δημοσιότητα τα στοιχεία ταυτότητας και τις φωτογραφίες των 59 ατόμων, τα οποία μπορείτε να δείτε εδώ.