Αίσθηση προκαλεί το γεγονός ότι από τους 6 συλληφθέντες, οι 4 ήταν μέλη της ίδιας οικογένειας ενώ αρχηγικό ρόλο είχε μία 46χρονη γυναίκα (σ.σ. η μεγαλύτερη της συμμορίας), η οποία συγκέντρωνε τα έσοδα από τις εγκληματικές πράξεις και ήταν φύλακας - διαχειρίστρια του κοινού ταμείου, που μόνο αυτή γνώριζε που είναι κρυμμένο. Για τη σύλληψη των μελών του κυκλώματος χρειάστηκε η συμβολή της ΟΠΚΕ, ενώ μέχρι στιγμής έχουν εξιχνιαστεί 24 περιπτώσεις διαρρήξεων - κλοπών από οικίες, αν και στην ΕΛ.ΑΣ. εκτιμούν ότι ο αριθμός είναι πολύ μεγαλύτερος.

Στην ιεραρχία της συμμορίας μόνο ένας 33χρονος ήταν πάνω από τη 46χρονη ταμεία, ενώ ακόμα και το διάστημα που βρισκόταν κρατούμενος στη φυλακή, συνέχιζε να καθοδηγεί τις εγκληματικές δράσεις και να λαμβάνει μέρος των εσόδων. Σημειώνεται ότι ο βασικός πυρήνας της εγκληματικής οργάνωσης διατηρούνταν αμετάβλητος, ενώ ο ευρύτερος κύκλος των ατόμων που χρησιμοποιούνταν σε περιφερειακούς ρόλους, εναλλάσσονταν κατά καιρούς, ανάλογα με τις ανάγκες της ομάδας.

Δεν άφηναν ίχνος παραβίασης

Ως προς τη μεθοδολογία δράσης (modus operandi) τους, αρχικά επέλεγαν περιοχές και αφού εντόπιζαν τους «στόχους» τους προχωρούσαν στην κατόπτευση των οικιών και των κινήσεων των περιοίκων - ενοίκων. Σημειώνεται ότι κατά τη διάρκεια των ειδικών μέτρων λόγω κορωνοϊού, αναπροσάρμοζαν συχνά τον σχεδιασμό τους. Όταν επέλεγαν την οικία στην οποία θα δρούσαν, ειδοποιούσαν τους συνεργούς τους αποστέλλοντάς τους συντεταγμένες (GPS) με την ακριβή τοποθεσία.

Στάθμευαν τα «επιχειρησιακά» οχήματα σε κοντινό σημείο και χρησιμοποιώντας διάφορους τρόπους, έλεγχαν εξωτερικά τα διαμερίσματα για να διαπιστώσουν αν απουσιάζουν οι ένοικοί τους. Στη συνέχεια προχωρούσαν στη διάρρηξη των κλειδαριών των οικιών, ενώ ήταν τέτοια η τεχνική τους αρτιότητα και τεχνογνωσία, που στην πλειοψηφία των περιπτώσεων δεν άφηναν κανένα εμφανές ίχνος παραβίασης. Για να έχουν μάλιστα πλήρη κάλυψη, κατά τη διάπραξη της κλοπής, βρίσκονταν σε συνεχή τηλεφωνική επικοινωνία με «τσιλιαδόρους», ενώ όσα αντικείμενα αφαιρούσαν τα πωλούσαν σχεδόν αμέσως σε διάφορους κλεπταποδόχους, αποκομίζοντας μεγάλα οικονομικά οφέλη.

Η οργάνωση διέθετε δικό της «ταμείο» για την κάλυψη των αναγκών της. Ο 33χρονος, ο 22χρονος και ο 24χρονος, που τους συνδέουν συγγενικοί δεσμοί, συνεισέφεραν στο ταμείο χρήματα από τις διαρρήξεις, τα οποία διέθεταν για να καλύπτουν τις ανάγκες τους αλλά και άλλα έξοδα της οργάνωσης, όπως τις ανάγκες των μελών που ήταν κρατούμενοι στη φυλακή. Τα μέλη της εγκληματικής οργάνωσης προέβαιναν συστηματικά και με διαφόρους τρόπους, στη νομιμοποίηση των προσόδων από τις εγκληματικές τους δραστηριότητες.

Τέλος, αξίζει να σημειώσουμε ότι οι άνδρες κατηγορούμενοι έχουν συλληφθεί στο παρελθόν για παρόμοια αδικήματα και έχουν εκτίσει ποινές φυλάκισης.