Ο κ. Κούγιας δεν κατονομάζει τον κ. Αδαμόπουλο, ωστόσο είναι σαφές ότι αναφέρεται σε αυτόν.

Όπως γράφει σε δήλωσή του: «Χειρότερες εγκληματικές προσωπικότητες από τους (ομοφυλόφιλους ή μη) παιδεραστές προπονητές και προπονήτριες, αλλά και τους δήθεν «φυσιολογικούς» άνδρες προπονητές που εκμεταλλευόμενοι την αγνότητα της ψυχής των αγοριών και κοριτσιών που τα εμπιστεύονται οι γονείς τους σε αυτούς, βιάζουν έστω και για μία φορά την αγνή ψυχή τους».

«Όμως το ίδιο επικίνδυνο για την κοινωνία μας και για τη Δημοκρατία είναι, χωρίς να έχει αποδειχθεί ακόμη το παραμικρό, ένας συμπολίτης – συνάνθρωπός μας [...] να διαπομπεύεται με τα στοιχεία της ταυτότητάς του και με τη φωτογραφία του από το σύνολο των μέσων μαζικής ενημερώσεως, χωρίς ούτε ένας αξιωματούχος του Υπουργείου Δικαιοσύνης, του Αρείου Πάγου, της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, της Ενώσεως Δικαστών και Εισαγγελέων και της Ενώσεως Εισαγγελέων να έχει διατυπώσει έστω σε μία ανακοίνωσή του την αντίθεσή του σε αυτή τη νομική βαρβαρότητα».

Ο κ. Κούγιας αναφέρει ότι η πρακτική αυτή «καταργεί την ίδια τη Δημοκρατία, την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης, το τεκμήριο αθωότητος και τις συνθήκες μιας Δίκαιης Δίκης».

«Λυπάμαι που αναγκάζομαι να κάνω αυτή την τοποθέτηση και να στενοχωρήσω αυτούς που ενδιαφέρονται μόνο για την εκμετάλλευση μιας τραγωδίας και κάνουν διαγωνισμό συμπαραστάσεως και ηθικής στην άξια Ολυμπιονίκη μας, αλλά θα ήθελα να βάλουν τους εαυτούς τους στην τραγική θέση αυτού του συμπολίτη – συνανθρώπου μας, της οικογένειάς του και του κοινωνικού του περιβάλλοντος που μέχρι πριν λίγες ώρες ήταν υπερήφανοι γι’ αυτόν και αμέσως μετά, χωρίς καμία επεξεργασία και χωρίς αντικειμενική κρίση, μόνο και μόνο γιατί «πουλάει» και μας βολεύει να απενοχοποιηθούμε ως κοινωνία, «είναι ένα κάθαρμα» της κοινωνίας, το οποίο πρέπει να θυσιαστεί, για να απενοχοποιηθούμε εμείς οι υπόλοιποι» καταλήγει η ανακοίνωση του κ. Κούγια.