Στο εβδομαδιαίο διάγραμμα καταγραφής των μετρήσεων, που παρουσιάζει το ΑΠΕ-ΜΠΕ, παρατηρείται ότι τα αποτελέσματα των τελευταίων 9 αναλύσεων -δειγματοληψίες από την 1η μέχρι την 20ή Ιανουαρίου- βρίσκονται όλα στο πράσινο επίπεδο, σε σχέση με την κλινική εικόνα που εκφράζεται από τον αριθμό των επιβεβαιωμένων κρουσμάτων.

«Η επιδημιολογική εικόνα της Θεσσαλονίκης αυτή τη στιγμή, τα αποτελέσματα από τα λύματα που έχει στη διάθεσή της και η αρμόδια επιτροπή που κάνει τις σχετικές εισηγήσεις, επιτρέπουν στην Πολιτεία να σχεδιάσει τη σταδιακή επανεκκίνηση δραστηριοτήτων με βάση τις προτεραιότητες που έχει θέσει», δήλωσε στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο πρύτανης του ΑΠΘ και επιστημονικά υπεύθυνος του ερευνητικού έργου, καθηγητής Νίκος Παπαϊωάννου.

«Αυτό δε σημαίνει εφησυχασμό», διευκρίνισε και πρόσθεσε: «Η εικόνα σε όλο τον πλανήτη, στην Ευρώπη, σε γειτονικές μας χώρες είναι άσχημη, είναι μία δυναμική κατάσταση η πανδημία, όπου τα πάντα μπορούν να ανατραπούν ανά πάσα στιγμή. Όμως, το σημαντικό που μπορούμε να πούμε τώρα για τη Θεσσαλονίκη είναι πως το επίπεδο της διασποράς του ιού στην κοινότητα διατηρείται σε χαμηλά επίπεδα, τέτοια που, ακόμη κι αν κάτι πάει στραβά, θα υπάρξει χρόνος για να ανταποκριθεί το σύστημα υγείας και η πολιτεία να αναθεωρήσει τις όποιες αποφάσεις άρσης περιορισμών».

«Εξακολουθούμε να έχουμε διακυμάνσεις σε μία σχετικά σταθερή τιμή και αυτό είναι καλό σημάδι. Είναι επίμονο το αποτέλεσμα των τιμών και άρα αξιόπιστο. Η σταθερότητα τόσων ημερών επιτρέπει αισιοδοξία», δήλωσε στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο καθηγητής του Τμήματος Χημείας, Θοδωρής Καραπάντσιος.

«Η ομάδα μας δεν κάνει προβλέψεις για το μέλλον»

Ερωτηθείς σχετικά με την ακρίβεια των αποτελεσμάτων που εξάγονται από την έρευνα στα λύματα κι αν αυτά λαμβάνουν υπόψη προγνωστικά μοντέλα που εφαρμόζουν καθηγητές διαφόρων ειδικοτήτων στο ΑΠΘ και άλλα πανεπιστήμια, ο πρύτανης του ΑΠΘ διευκρίνισε πως τα αποτελέσματα της ομάδας επιδημιολογίας λυμάτων αφορούν μόνο σε αναλύσεις πεδίου και η μεθοδολογία υπολογισμού της συγκέντρωσης του SARS-CoV-2 στα αστικά υγρά απόβλητα δε σχετίζεται με μαθηματικά ή όποια άλλα προγνωστικά μοντέλα.

«Η ομάδα μας δεν κάνει προβλέψεις για το μέλλον, ούτε μιλάμε ποτέ για κρούσματα, πόσο μάλλον να προβλέψουμε κρούσματα. Λαμβάνοντας υπόψη τη βιβλιογραφία για το πότε ξεκινά η έκκριση του ιικού φορτίου από τη στιγμή της μόλυνσης και δεδομένου ότι τα συμπτώματα μπορούν να εμφανιστούν ακόμη αργότερα, και επίσης ότι πολλοί φορείς είναι ασυμπτωματικοί, αυτό που ανιχνεύουμε στα λύματα είναι την όποια αύξηση της διασποράς, πριν αυτή επιβεβαιωθεί από την κλινική εικόνα των κρουσμάτων. Το καινοτόμο μοντέλο εξορθολογισμού της συγκέντρωσης ιικού φορτίου στα λύματα που εφαρμόζει η ομάδα μας δεν είναι προγνωστικό μοντέλο αλλά βασίζεται σε πραγματικές μετρήσεις τις οποίες διορθώνει, ώστε να γίνουν αξιόπιστες και να μπορούν να γίνουν συγκρίσεις από μέρα σε μέρα», υπογράμμισε ο πρύτανης του ΑΠΘ.

«Προγνωστικά μοντέλα που συνεκτιμούν την κοινωνική συμπεριφορά, το είδος, τη διάρκεια και την ένταση των περιοριστικών μέτρων, την αυστηρή τήρηση των μέτρων κλπ, που είναι επίσης χρήσιμα και σημαντικά στην αποτύπωση του προβλήματος γίνονται από άλλους συναδέλφους στο ΑΠΘ όπως για παράδειγμα οι κ Σαρηγιάννης, ο κ. Λογοθετίδης και άλλοι, που όμως δεν ανήκουν στην ομάδα μας», εξήγησε ο κ. Παπαϊωάννου.

Η μεθοδολογία αποτίμησης του κορονοϊού στα αστικά απόβλητα, που ανέπτυξε η ομάδα του ΑΠΘ, εξορθολογίζει τις μετρήσεις συγκέντρωσης του γονιδιώματος του ιού με βάση 24 περιβαλλοντικούς παράγοντες, που δύνανται να αλλοιώσουν τα αποτελέσματα των μετρήσεων.