Η 21η Μαρτίου καθιερώθηκε ως Παγκόσμια Ημέρα για την Εξάλειψη των Φυλετικών Διακρίσεων και πλέον έχει επικρατήσει να αποκαλείται ημέρα κατά του Ρατσισμού, του όρου που έχει τη ρίζα του στην ιταλική λέξη razza και δημιουργήθηκε για να περιγράψει το φυλετικό διαχωρισμό των ανθρώπων.

Σήμερα, όμως, ο ρατσισμός έχει πολλά «ποδάρια». Θρησκευτικός, σεξουαλικός, πολιτικός είναι μερικοί από τους τύπους ρατσισμού που βλέπουμε να κυριαρχούν στην κοινωνία. Είναι η αδυναμία του ανθρώπου να δεχτεί το διαφορετικό, ο φόβος απέναντι στον ξένο, η αίσθηση ότι κάποια χαρακτηριστικά σου – φυλή, θρήσκευμα, ιδεολογική τοποθέτηση- σε καθιστούν ανώτερο από τον «άλλο».

Τρία στοιχεία με προβληματίζουν βαθιά για του πού οδηγούμαστε 53 χρόνια μετά την καθιέρωση της ημέρας αυτής από τη γενική συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών.

Το πρώτο είναι προφανώς η αύξηση των κρουσμάτων ρατσιστικής βίας παγκοσμίως, αλλά και στην Ελλάδα, ορισμένα από τα οποία λαμβάνουν διαστάσεις τραγωδίας, όπως το πρόσφατο περιστατικό στη Νέα Ζηλανδία.

Το δεύτερο είναι μία μεγάλη έρευνα του αμερικανικoύ Pew Research Center, η οποία διενεργήθηκε σε 34 κράτη της Ευρώπης και δημοσιεύτηκε πρόσφατα. Σύμφωνα με την έρευνα αυτή, οι Έλληνες είχαν το υψηλότερο ποσοστό πίστης στην πολιτισμική τους ανωτερότητα έναντι όλων των άλλων και μάλιστα διπλάσιο από το αντίστοιχο των κατοίκων της Γερμανίας, της χώρας που γέννησε το ναζισμό, που είχε ως κυρίαρχο δόγμα την ανωτερότητα της άρειας φυλής. Αξιοσημείωτο ήταν επίσης ότι μόλις το 31% των Ελλήνων θα αποδεχόταν μουσουλμάνο ως μέλος της οικογένειάς του και μόνον το 35% θα αποδεχόταν Εβραίο.

Το τρίτο – και ίσως σημαντικότερο - είναι η στάση κάποιων πολιτικών και τοπικών αρχόντων, που εξακολουθούν να καλλιεργούν τέτοιου είδους νοοτροπίες, εντείνοντας και απενοχοποιώντας τις ρατσιστικές συμπεριφορές για θέματα όπως π.χ. το Μακεδονικό και τη διοργάνωση του EuroPride 2020 από την πόλη μας.

«Η μόνη αντιβίωση για την καταπολέμηση του κτήνους που περιέχουμε είναι η Παιδεία. Η αληθινή παιδεία και όχι η ανεύθυνη εκπαίδευση και η πληροφορία χωρίς κρίση και χωρίς ανήσυχη αμφισβητούμενη συμπερασματολογία. Αυτή η παιδεία που δεν εφησυχάζει ούτε δημιουργεί αυταρέσκεια στον σπουδάζοντα, αλλά πολλαπλασιάζει τα ερωτήματα και την ανασφάλεια», έλεγε ο αείμνηστος Μάνος Χατζηδάκις. Δε θα μπορούσα να συμφωνήσω περισσότερο. Προφανώς και απαιτείται προσωπική και συλλογική ενδοσκόπηση, αλλά η συστηματική καλλιέργεια θετικών προτύπων είναι καθοριστική. Στην οικογένεια, στο σχολείο, αλλά και στην πολιτική σκηνή.

Αυτό ήταν και το μεγάλο μας στοίχημα όταν αναλάβαμε τη διοίκηση του Δήμου Θεσσαλονίκης, μιας πόλης που αποτέλεσε επί αιώνες παράδειγμα ειρηνικής συνύπαρξης λαών, θρησκειών και πολιτισμών. Θεωρήσαμε υποχρέωσή μας να ανακτήσουμε την πολυεθνική και πολυπολιτισμική ταυτότητα της πόλης μας βασιζόμενοι σε τρεις άξονες:

Πρώτα απ’ όλα είναι η μνήμη και η αναγνώριση του άλλου, αυτού που χάθηκε αλλά κι αυτού που μας συνδέει ακόμη. Γι’ αυτό παλέψαμε για τη διάσωση των αρχαιοτήτων που αποκαλύφθηκαν κατά τις εργασίες κατασκευής του μετρό, την ανάδειξη των οθωμανικών μνημείων, την καθιέρωση της πορείας μνήμης στα βαγόνια του Άουσβιτς και βέβαια για το Μουσείο του Ολοκαυτώματος, που θα λειτουργήσει και ως κέντρο για τα ανθρώπινα δικαιώματα. 

Δεύτερος άξονας είναι η αναβίωση των δεσμών, οι ανταλλαγές, η δικτύωση, η δημιουργική συνέργεια με τους λαούς που κάποτε ζούσαν μαζί μας στις ίδιες γειτονιές.

Ο τρίτος άξονας, τέλος, είναι η ανυποχώρητη επιμονή να κρατήσουμε την πόλη ανοιχτή στο καινούργιο και στο διαφορετικό. Από το gay parade μέχρι τη μέριμνα για τους πρόσφυγες, η δημοτική αρχή έδειξε πως εγγυάται σε δημότες και επισκέπτες τον ίσο σεβασμό και προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων τους, πέρα από γένη και θρησκείες. 

Προφανώς και όλα αυτά δεν έγιναν χωρίς αντιδράσεις, κάποιες φορές και ακραίες. Όμως, η κοινωνία σταδιακά έγινε πιο δεκτική. Και θα γίνει ακόμα πιο δεκτική, όσο της δίνουμε τα σωστά ερεθίσματα, προτάσσοντας το σεβασμό στη διαφορετικότητα έναντι της μισαλλοδοξίας, που γεννά το ρατσισμό και τη βία.