Η μητέρα της φοιτήτριας, κυρία Κούλα Αρμουτίδου, υπέβαλλε στις αστυνομικές Αρχές Διδυμοτείχου αναφορά η οποία στη συνέχεια μεταβιβάστηκε στην στην Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Ρόδου και αφορά στο βιασμό της κόρης της από τρεις ημεδαπούς, κατοίκους κοινότητας της ανατολικής πλευράς της Ρόδου, το καλοκαίρι του 2017. 

Σύμφωνα με τη dimokratiki.gr, η νέα δικογραφία βρίσκεται σε πρώιμο στάδιο και έχει συσχετιστεί μερικώς με την πρώτη που αφορά τη δολοφονία.

Οι γονείς κατέθεσαν νέα στοιχεία την Παρασκευή στην ανακρίτρια Ρόδου και ζήτησαν να διερευνηθεί άμεσα το περιεχόμενο του ηλεκτρονικού της υπολογιστή, ο οποίος παραμένει κλειδωμένος. Σύμφωνα με τους γονείς, περιέχει σημαντικά στοιχεία, μέχρι και αντίγραφο βιντεοσκοπημένης σκηνής με τους τρεις ημεδαπούς που κατήγγειλαν ότι βίασαν την φοιτήτρια. 

Παράλληλα, οι γονείς ισχυρίστηκαν πως οι τρεις διατηρούσαν φιλικές σχέσεις με τον 21χρονο φερόμενο ως δολοφόνο της Ελένης. Μάλιστα, εκτιμούν ότι έδρασαν ως κύκλωμα, που εκβίαζε την κόρη τους για να υποκύπτει σε ανήθικες προτάσεις τους.

Το «χάπι του βιασμού»

Σύμφωνα με τους γονείς, οι τρεις ημεδαποί, τους οποίους είχε γνωρίσει η φοιτήτρια σε μπαρ της Ρόδου, έριξαν στο ποτό της το λεγόμενο «χάπι του βιασμού». Στη συνέχεια, όπως υποστήριξαν, πήγαν την κοπέλα στο σπίτι για να κοιμηθεί, επειδή ήταν δήθεν μεθυσμένη, κι εκεί την βίασαν. Διατείνονται ακόμη ότι όταν η Ελένη ξύπνησε δεν ήταν καλά και τηλεφώνησε σε μια φίλη της για να της το πει. 

Οι δύο κοπέλες, σύμφωνα πάντα με τα όσα κατήγγειλαν οι γονείς, διαπίστωσαν πως η Ελένη είχε βιαστεί και αποφάσισαν να πάνε στην Αστυνομία. Ωστόσο, οι αστυνομικοί, όπως ισχυρίζονται τους είπαν ότι ήταν αργά για καταγγελία.

Κατηγορούν την αστυνομία για συγκάλυψη

Ο κ. Ιωάννης Τοπαλούδης είχε χαρακτηρίσει ηθικούς αυτουργούς στη δολοφονία της κόρης του τους αστυνομικούς, που πριν από ένα χρόνο δεν είχαν καταγράψει την καταγγελία της για βιασμό, καθώς συγκάλυψαν το περιστατικό. 

Οι γονείς της Ελένης Τοπαλούδη υποστηρίζουν ότι έμαθαν από φίλες της κόρης τους ότι η κοπέλα βίωνε καθεστώς διαρκούς φόβου και εκβιασμού. 

Από την πλευρά τους, δύο αστυνομικοί της Υποδιεύθυνσης Ασφαλείας Ρόδου, κατέθεσαν στο πλαίσιο της έρευνας ότι η 21χρονη φοιτήτρια μαζί με δύο ή τρεις φίλες της ζήτησε να μιλήσει με τον Αξιωματικό υπηρεσίας για ένα βίντεο. Σύμφωνα με τους ίδιους, η Ελένη υποστήριξε ότι είχε γνωρίσει σε νυχτερινό κέντρο τρία αγόρια και έφυγαν με το αυτοκίνητο του ενός και μια φίλη της, την οποία άφησαν στην οικία της και οι υπόλοιποι κατέληξαν στο δικό της σπίτι. 

Όπως υποστήριξε, υπήρξε ερωτική συνεύρεση με δύο απ' αυτούς και κάποιος τραβούσε βίντεο. Η φοιτήτρια φέρεται να είπε στον αστυνομικό ότι δεν είχε δει το βίντεο αλλά ότι μια φίλη της την είχε ενημερώσει ότι υπάρχει. Μάλιστα οι αστυνομικοί φέρονται να είχαν εντοπίσει το ένα άτομο αλλά δεν υποβλήθηκε μήνυση εις βάρος του.

Τρίτη δικογραφία

Για το ζήτημα έχουν ήδη καταρτιστεί τρεις δικογραφίες. Η πρώτη αφορά στη δολοφονία της φοιτήτριας, με φερόμενους δράστες έναν 21χρονο Ροδίτη κι έναν 19χρονο Αλβανό προσωρινά κρατούμενους στις δικαστικές φυλακές των Γρεβενών.

Η δεύτερη αφορά στον βιασμό μιας 19χρονης κοπέλας με ποσοστό αναπηρίας άνω του 67%, που φοιτά σε ειδικό σχολείο με κατηγορούμενο τον ίδιο ως άνω 19χρονο Αλβανό κι έναν 23χρονο Ρομά, που ομοίως κρατείται στις δικαστικές φυλακές Γρεβενών.