Η κρίση των τελευταίων ετών, η συνολική εκκοσμίκευση των γιορτών αλλά και η εγκατάλειψη της υπαίθρου με τη συνακόλουθη αστικοποίηση των Ελλήνων «άλλαξαν» ακόμα και τις ευχές που δίνουμε τα Χριστούγεννα και την Πρωτοχρονιά.

Σήμερα ευχόμαστε αρκετά πιο συχνά να έχει κάποιος δουλειά ή απλά «χρόνια πολλά».

Στο παρελθόν όμως οι περισσότερες ευχές είχαν σχέση με τις αγροτικές εργασίες, τη σοδειά ακόμα και την επιστροφή ξενιτεμένων σε χώρες μακρινές.

Η σχέση του ανθρώπου με τη γη είναι από τα αρχαία χρόνια ριζωμένη.

Όπως αναφέρει ο χοροδιδάσκαλος και ερευνητής Δημήτρης Λιανοστάθης σε μελέτη με θέμα «Λαογραφία των Χριστουγέννων – Δωδεκαήμερο»: οι αρχαίοι γύριζαν από σπίτι σε σπίτι τραγουδώντας «Στο σπίτι τούτο πού ρθαμε, του πλουσιονοικοκύρη, ν’ ανοίξουνε οι πόρτες του να μπει ο πλούτος μέσα, να μπει ο πλούτος κι η χαρά κι η ποθητή ειρήνη, για να γεμίσουν τα σταμνιά μέλι, κρασί και λάδι».

Στη συνέχεια, τα κάλαντα άρχισαν να «εδραιώνονται» όταν άρχισε να εξαπλώνεται και το δημοτικό τραγούδι.

Οι ευχές της Πρωτοχρονιάς είχαν ιδιαίτερη σημασία για τη σοδειά και την αγροτική ζωή.

Στη Βόρεια Εύβοια την Πρωτοχρονιά συνηθιζόταν ένα μέλος της οικογένειας να πάει το πρωί στη βρύση, να την καλημερίσει, να πλυθεί και να φέρει νερό αμίλητο. Στο σακούλι είχε καρπούς που τους έριχνε στη βρύση λέγοντας: «Όπως τρέχει το νερό σ' βρυσούλα μ', έτσ' να τρέχ' και το βιο μ».

Όταν δε έμπαινε στο σπίτι ένας ξένος, έλεγε τις ευχές του και η νοικοκυρά τον έβαζε να κάνει το φώλο ή πρόσφωλο. Του έδινε δηλαδή την πέτρα την οποία έβαζε κάτω από ένα μαξιλάρι και καθόταν πάνω. Αυτό γινόταν για να γεννάνε οι κότες πολλά αυγά και οι κλώσσες να βγάζουν όλα τα πουλιά.

O νοικοκύρης δε στο σπίτι σπάει το ρόδι λέγοντας εκτός των άλλων «όσες ράγες έχει το ρόιδο, τόσες λίρες να έχει η τσέπη μας όλη τη χρονιά»!

Με πληροφορίες από τη μελέτη «Λαογραφία των Χριστουγέννων – Δωδεκαήμερο».