Όποιος περνά έξω από το κτίριο του Πηγάσου στο Χαλάνδρι, δίπλα από το μετρό της Δουκίσσης Πλακεντίας, μπορεί να αντικρίσει το κουφάρι της έδρας του μέχρι πρότινος κραταιού εκδοτικού ομίλου.

Οι καλές μέρες του Πηγάσου έχουν παρέλθει, μάλλον ανεπιστρεπτί, διότι η οικογένεια Μπόμπολα αποφάσισε ότι δεν πρόκειται να στηρίζει οικονομικά τις εκδοτικές της δραστηριότητες.

Βεβαίως, η μπάλα της αδυναμίας εξυπηρέτησης των δανείων του Ομίλου παίρνει και μερικές εκατοντάδες εργαζόμενους, οι οποίοι είναι απλήρωτοι για μήνες, κινδυνεύουν να χάσουν πλήρως τα δεδουλευμένα τους, ενώ είναι ουσιαστικά άνεργοι.

Έμειναν μόνο μερικοί που ακόμα θυμούνται εκείνη την σχετικά πρόσφατη περίοδο που τα δημόσια έργα λειτουργούσαν ως εισιτήριο για την εκδοτική δραστηριότητα και αντίστροφα.

Όπως και να έχει, όμως, στις 26 Ιουλίου θα πέσουν δια του πλειστηριασμού οι τίτλοι τέλους για την εκδοτική επιχείρηση  που επί χρόνια ταυτίστηκε με την έννοια της διαπλοκής.

Οι ιστορικοί τίτλοι θα βγουν στο σφυρί «έναντι πινακίου φακής», επιβεβαιώνοντας τη βαρύγδουπη πτώση του εκδοτικού βραχίονα της οικογένειας.

Φαίνεται πως, εν τέλει, η οικογένεια Μπόμπολα κατέστη «βασικός μέτοχος» μιας εποχής που έχει παρέλθει, επιβεβαιώνοντας πως ό,τι ανεβαίνει, κάποτε κατεβαίνει.

Έτσι έγινε με τον εκδοτικό κολοσσό που ξεκίνησε το 1980 ο Γιώργος Μπόμπολας και στη συνέχεια διαχειρίστηκαν τα παιδιά του, χωρίς ο ίδιος ποτέ να φύγει από τη μεγάλη εικόνα. Η έλευση της κρίσης, η μείωση της αγοραστικής δύναμης του κοινού και κατά συνέπεια η μείωση της διαφημιστικής δαπάνης δημιούργησαν σημαντικά προβλήματα σε όλες τις εκδοτικές επιχειρήσεις.

Η οικογένεια Μπόμπολα είχε ακόμα ένα πρόβλημα: ο γίγαντας που είχε οικοδομηθεί βασιζόταν σε πήλινα πόδια, μιας και χρειάζονταν νέα δάνεια για να αναχρηματοδοτηθούν τα παλιά ενώ σταθερά δεχόταν ενισχύσεις από τον κατασκευαστικό βραχίονα.

Με την έλευση της κρίσης, λίγο μετά το 2010 θα ξεκινήσει μια προσπάθεια συμμαζέματος. Τα κοστολόγια μειώνονται, εκδόσεις κλείνουν, εργαζόμενοι απολύονται. Από το 2012 αρχίζουν και τα προβλήματα ρευστότητας του Mega, το οποίο χρειάζεται διαρκώς νέες ΑΜΚ. Η πλευρά Μπόμπολα βάζει μεν χρήματα, πλην όμως τα προβλήματα δεν σταματούν εκεί.

Ο Πήγασος χρειαζόταν επειγόντως κεφάλαια για εξυπηρέτηση δανεισμού, αλλά και κεφάλαιο κίνησης. Θα συναφθεί ένα ομολογιακό δάνειο με τις πιστώτριες τράπεζες το 2014, το οποίο όμως θα εκταμιευθεί ουσιαστικά το 2016 και θα μπει άμεσα σε standstill, προκειμένου να γίνει ρύθμιση.

Η τελευταία απόπειρα γίνεται επί ΣΥΡΙΖΑ: η οικογένεια Μπόμπολα που ήταν άλλοτε κόκκινο πανί για την Κουμουνδούρου, στρίβει το τιμόνι αριστερά, ενώ νέα πρόσωπα στη διεύθυνση της εφημερίδας Έθνος, όπως ο διευθυντής Μπάμπης Παπαδάκης, διατηρούν απευθείας προσβάσεις στο Μέγαρο Μαξίμου και σε άλλους κρίσιμους παράγοντες της νέας κατάστασης. Πλην όμως, το μακρύ χέρι του SSM που εποπτεύει τις τράπεζες δεν επιτρέπει επανάληψη της αφειδούς χρηματοδότησης χωρίς επαρκείς καλύψεις, οι οποίες δεν υπάρχουν πια.

Την ίδια ώρα, το Mega καταρρέει, η εκδοτική μονάδα Ίρις…μετράει μέρες, ενώ η εταιρεία παραγωγής Άνωση έχει τραβήξει χειρόφρενο και έχει τεράστιες οφειλές προς δημιουργούς, ηθοποιούς, τεχνικούς και προμηθευτές. Φυσικά, οι εφημερίδες του ομίλου δεν βγαίνουν, οι εργαζόμενοι είναι επί μήνες απλήρωτοι, ενώ δεν διαφαίνεται μέλλον για τους ιστορικούς τίτλους, οι οποίοι φέρουν μεγάλα βάρη μαζί τους.

 

Η σχέση με τον Άκτωρα

Η οποιαδήποτε αναφορά στην οικογένεια Μπόμπολα όμως είναι ημιτελής, αν στο παζλ δεν προστεθεί και ο κατασκευαστικός βραχίονας. Αυτή ακριβώς εξάλλου η σχέση εξάρτησης ανάμεσα στα Μέσα Ενημέρωσης και τον κατασκευαστικό κλάδο είναι ο ορισμός της διαπλοκής στην Ελλάδα.

Έτσι, ο Άκτωρας είναι από τους μεγαλύτερους κατασκευαστικούς Ομίλους της χώρας και αυτός που έχει κατηγορηθεί για διαπλοκή, από όλες σχεδόν τις κυβερνήσεις των τελευταίων ετών στην χώρα μας.

Ο Ακτωρας δημιούργημα του Γεωργίου Μπόμπολα, είναι ο Όμιλος που συμμετέχει σε όλα σχεδόν τα μεγάλα συγχρηματοδοτούμενα έργα που έχουν κατασκευαστεί και αποφέρουν σημαντικά έσοδα στις εταιρείες που συμμετέχουν στην εκμετάλλευση τους, όπως η Αττική Οδός, η Γέφυρα Ρίου Αντιρρίου, η Ολυμπία Οδός, ο Μορέας αλλά και ο άξονας Μαλιακός Κλειδί.

Ουκ ολίγες φορές ο Άκτωρας βρέθηκε στο στόχαστρο για τον τρόπο που κατάφερε να παίρνει μεγάλες συμβάσεις μέσω φιλικών σχέσεων με εκάστοτε κυβερνητικά στελέχη.

Στο επίκεντρο των καταγγελιών έχει βρεθεί πολλάκις η σύμβαση της Αττικής Οδού η οποία στοίχισε πολλαπλάσια από το αρχικό της προϋπολογισμό αλλά και για διάφορες άλλες αλχημείες – που σύμφωνα με τις καταγγελίες – χρησιμοποίησε η κοινοπραξία προκειμένου να εκτοξεύουν το κόστος  του έργου, στα ύψη.

Οι καταγγελίες αυτές ποτέ δεν επιβεβαιώθηκαν επίσημα, αλλά και ποτέ δεν ξεκίνησε ενδελεχής έρευνα όπως πολλά πολιτικά στελέχη ζητούσαν να γίνει.

Αντίθετα ο Άκτωρας ακόμη και σήμερα συνεχίζει να παίρνει έργα, τα οποία είχαν αναλάβει άλλες κατασκευαστικές εταιρείες οι  οποίες στο ενδιάμεσο πτώχευσαν, προκειμένου να τα ολοκληρώσει.

Όπως για παράδειγμα το Μετρό Θεσσαλονίκης, όπου μετά την κήρυξη της ΑΕΓΕΚ ως έκπτωτη από το έργο, ο Ακτωρας ανέλαβε το έργο της αποπεράτωσης του.

Σήμερα ο Άκτωρας διαθέτει ένα από τα υψηλότερα ανεκτέλεστα υπογεγραμμένων συμβάσεων του κλάδου, το οποίο ανέρχεται σε 2,6 δισ. ευρώ, με τα έσοδα από το εξωτερικό να ανέρχονται σε 660 εκατ. ευρώ .

Όσον αφορά το κατά πόσον οι σχέσεις του κατασκευαστικού Ομίλου συνδέονται με τον εκδοτικό Όμιλο Πήγασο, συμφερόντων Φώτη Μπόμπολα, στελέχη του Ακτωρα εδώ και χρόνια έχουν σπεύσει να ξεκαθαρίσουν ότι είναι δύο διαφορετικές επιχειρήσεις οι οποίες με κανένα τρόπο δεν εμπλέκονται.

Τονίζουν δε, ότι ο «πατριάρχης» της οικογενείας Γ. Μπόμπολας όταν δημιούργησε τις δύο επιχειρήσεις και μετά την απόσυρση του από την ενεργό δράση, φρόντισε να τις μοιράσει στα δύο παιδιά του τον Φώτη και το Λεωνίδα, καθένας εκ των οποίων θα ήταν υπεύθυνος για την βιωσιμότητα και την ανάπτυξης της δικής του εταιρείας.

Με τη διαφορά ότι στις 26 του μηνός στο πλειστηριασμό οδηγούνται οι εκδοτικές δραστηριότητες, παρά το γεγονός ότι πολλάκις στο παρελθόν ο κατασκευαστικός βραχίονας είχε λειτουργήσει ως «αιμοδότησης» των εφημερίδων.

Οι πρώτες ημέρες

Βρισκόμαστε στο 1980. Τότε, ένας φιλόδοξος κατασκευαστής συναντιέται με έναν καταξιωμένο δημοσιογράφο. Συζητούν για το πώς μπορούν να κάνουν τη διαφορά στον χώρο των media. Αποφασίζουν, με τα κεφάλαια του κατασκευαστή, ο οποίος αποκτά όλο και μεγαλύτερες προσβάσεις στον χώρο των δημοσίων έργων και τη διορατικότητα του δημοσιογράφου να δημιουργήσουν ένα πρωτότυπο προϊόν: την πρώτη εν Ελλάδι εφημερίδα σε σχήμα ταμπλόιντ.

 Και αν δεν καταλάβατε, ο κατασκευαστής είναι ο Γιώργος Μπόμπολας, ο δημοσιογράφος ο άλλοτε διευθυντής της Απογευματινής και συνιδρυτής της Ελευθεροτυπίας Αλέκος Φιλιππόπουλος και η εφημερίδα «Το Έθνος».

 Και, με βάση την πρωτότυπη συνταγή του, δηλαδή δυνατό ρεπορτάζ, εικόνες που «τραβάνε» το μάτι, αλλά και έμφαση στο αστυνομικό ρεπορτάζ, εκτοξεύεται στην κορυφή των ημερήσιων κυκλοφοριών, με εντυπωσιακό τιράζ για τα σημερινά δεδομένα.

 

Το κεφάλαιο Σοβιετική Ένωση

Βέβαια, ο Γιώργος Μπόμπολας δεν είχε ξεκινήσει ακριβώς έτσι. Αντιθετα, μια γνωριμία κρίσιμη για την ανέλιξη και τη δικτύωσή του είναι αυτή με τον φιλοσοβιετικό εκδότη Γιάννη Γιαννίκο. Ο Γιαννίκος διατηρούσε προνομιακές σχέσεις με το σοβιετικό καθεστώς, είχε εκδώσει στην Ελλάδα αρκετά έργα ρωσικής φιλολογίας και στο τέλος του ’70 είχε πάρει την άδεια να εκδώσει σε 34 τόμους τη Μεγάλη Σοβιετική Εγκυκλοπαίδεια.

Είχε μόνο ένα πρόβλημα: οι Σοβιετικοί του έδιναν άδεια και πληροφορίες, αλλά όχι χρήματα. Συνεπώς, χρειαζόταν να βρει έναν εγχώριο χρηματοδότη. Κάπως έτσι, στο δρόμο του Γιάννη Γιαννίκου βρέθηκε ο Γιώργος Μπόμπολας, ο οποίος είχε κοινό background, μιας και ο πατέρας του ήταν επίσης αντάρτης και ο ίδιος είχε υποστεί τον αποκλεισμό από το μετεμφυλιακό ελληνικό κράτος. Διαμέσου του Γιαννίκου, ο Γιώργος Μπόμπολας ανοίγει έναν καλό δίαυλο επικοινωνίας με Σοβιετικούς παράγοντες, κάτι που φυσικά ενδιαφέρει τη Μόσχα, η οποία αναζητεί με τη σειρά της άρματα επιρροής σε κρίσιμες γεωστρατηγικά χώρες, όπως η Ελλάδα. Μάλιστα, για τη θρυλούμενη σχέση του Γιώργου Μπόμπολα με την ΚαΓκεΜπε έχουν κυκλοφορήσει πολλάκις φήμες, ενώ έχουν εκδοθεί και βιβλία, όπως για παράδειγμα το σχεδόν θρυλικό (μιας και δεν δύναται πλέον να εντοπιστεί) «Πάρτε το ΕΘΝΟΣ στα χέρια σας».

 Χέρι-χέρι με το ΠΑΣΟΚ

 Όπως και να έχει, πάντως, τα εκδοτικά σχέδια του Γιώργου Μπόμπολα προχωρούν ακάθεκτα. Το Έθνος ενισχύεται κυκλοφοριακά και είναι από τις εφημερίδες που στηρίζουν το ΠΑΣΟΚ ως κυβερνώσα παράταξη. Όλα αυτά, όμως, κρατάνε μέχρι την εμφάνιση από το πουθενά του «επενδυτή» Γιώργου Κοσκωτά,. Το Έθνος, τότε, θα πρωτοστατήσει στις αποκαλύψεις εναντίον του Κοσκωτά, με πρωτοσέλιδα-φωτιά και εκτενή ρεπορτάζ, ενώ θα εμπλακεί και σε έντονη δικαστική διαμάχη με τον όμιλο Κοσκωτά.  Μόνο μια ομάδα στελεχών εντός του ΠΑΣΟΚ, που τότε, στα τέλη της δεκαετίας του ’80 δεν διατηρούσε και τις καλύτερες σχέσεις με το Μαξίμου, θα σταθεί διακριτικά στο πλευρό του Γιώργου Μπόμπολα.

Έτσι, ο εκδότης αναζητά και βρίσκει διαύλους επικοινωνίας με την κυβέρνηση Μητσοτάκη, μιας και η δραστηριότητά του στα δημόσια έργα χρίζει των αναγκαίων προσβάσεων στην κρατική μηχανή. Ποτέ, όμως, δεν θα αναπτύξει τη σχέση οικειότητας που είχε με το ΠΑΣΟΚ.

Το Mega και η χρυσή οκταετία

Βέβαια, καταλυτικής σημασίας για την πορεία της οικογένειας Μπόμπολα είναι η ίδρυση του Mega από κοινού με τον Χρήστο Λαμπράκη, την οικογένεια Βαρδινογιάννη, τον Αριστείδη Αλαφούζο και τον Χρήστο Τεγόπουλο, το 1989.

Έτσι, αν η ισχύς της οικογένειας Μπόμπολα και οι προσβάσεις στο πολιτικό σύστημα ήταν ισχυρές, με την παρουσία ενός μεγάλου καναλιού, προσανατολισμένου στην ενημέρωση, αυτές πολλαπλασιάζονται. Και, φυσικά, δημόσια έργα και ενημέρωση πάνε μαζί.

Παράλληλα, ο Φώτης Μπόμπολας δημιουργεί και την εταιρεία παραγωγής Άνωση, η οποία αποτελεί κεντρικό παραγωγό για σίριαλ του Mega. Με άλλα λόγια, το κανάλι, στο οποίο κεντρικός μέτοχος είναι η οικογένεια Μπόμπολα, αναθέτει εξωτερικές παραγωγές σε εταιρεία της οικογένειας Μπόμπολα!

 Η περίοδος της μεγάλης ακμής έρχεται, όμως, την οκταετία 1996-2004. Η άνοδος στην εξουσία της μεταρρυθμιστικής πτέρυγας του ΠΑΣΟΚ συνδυαστικά με την εισροή πολλών ευρωπαϊκών κονδυλίων και της ανάληψης από τη χώρα μας των Ολυμπιακών Αγώνων κάνουν ουσιαστικά τον Γιώργο Μπόμπολα «εθνικό εργολάβο», την ώρα που το Mega,  δίνει το στίγμα, ενώ και το Έθνος είναι κραταιό στον χώρο του κεντροαριστερού Τύπου.

 Ο βασικός μέτοχος

 Βέβαια, δεν είναι όλα ρόδινα. Μετά το 2000, η αντίστροφη μέτρηση για την κυβέρνηση Σημίτη ξεκινά. Ο πρώην πρόεδρος της ΝΔ Μιλτιάδης Έβερτ βάλλει ουσιαστικά απευθείας εναντίον του Μπόμπολα το 2001, λέγοντας ότι οι εργολάβοι που λαμβάνουν μέρος στους διαγωνισμούς των δημοσίων έργων δεν μπορούν να είναι και μέτοχοι στα ΜΜΕ. Ο Κώστας Καραμανλής το 2004 το πηγαίνει ένα βήμα παραπέρα, κάνοντας λόγο για τους περίφημους «νταβατζήδες». Και εισηγείται, τον Ιανουάριο του 2005, τον νόμο περί Βασικού Μετόχου, ο οποίος ουσιαστικά ρυθμίζει το ασυμβίβαστο εργοληπτών του δημοσίου με μετόχους σε εκδοτικές επιχειρήσεις, καθώς και στα συγγενικά τους πρόσωπα.

Για πρώτη φορά, τότε, ο πολυμήχανος κ. Μπόμπολας στριμώχτηκε. Το 2005, επεχείρησε να πουλήσει τον Πήγασο και το μετοχικό του κεφάλαιο στο Mega στη Γιάννα και τον Θεόδωρο Αγγελόπουλο, μιας και η «σιδηρά κυρία» των Ολυμπιακών έψαχνε να βρει πρόσβαση στα ΜΜΕ. Οι διαπραγματεύσεις ήταν εκτενείς, αλλά το ποσό που προσέφερε η πλευρά Αγγελόπουλου, ήτοι περί τα 120 εκ. δεν κάλυψε τις απαιτήσεις του κ. Μπόμπολα.

Εν τέλει, ο νόμος περί Βασικού Μετόχου «πάγωσε» σε ευρωπαϊκό επίπεδο και η οικογένεια Μπόμπολα συνέχισε ακάθεκτη τη συμβιωτική πορεία της διαπλοκής Μέσων και κατασκευών.

Η συνέχεια είναι λίγο πολύ γνωστή. Η έλευση της κρίσης, η κατακόρυφη πτώση των κατασκευαστικών δραστηριοτήτων αλλά και η –κατά γενική ομολογία- αποτυχημένη διαχείρηση των εκδοτικών δραστηριοτήτων έφεραν τη βαρύγδουπη πτώση. Οι εφημερίδες άλλαζαν διευθυντές «σαν τα πουκάμισα» και η έννοια της εκδοτικής γραμμής μετατράπηκε σε «κουρελόχαρτο». Εκδοτικές παλινωδίες, ατυχέστατοι εμπορικοί χειρισμοί και έλλειψη στρατηγικής οδήγησαν εν τέλει τον όμιλο Μπόμπολα στα χέρια των τραπεζών και μέσω αυτών σε πλειστηριασμό, σηματοδοτώντας το τέλος μιας εποχής γεμάτης διαπλοκή.