Ξημερώματα της 16ης Φεβρουαρίου 1968 ο Αριστείδης Παγκρατίδης οδηγείται μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα. Ελάχιστα δευτερόλεπτα πριν δοθεί η εντολή για πυρ, αναφωνεί «Μανούλα μου γλυκιά είμαι αθώος». Μετά από λίγο πέφτει νεκρός από τις σφαίρες των ανδρών της Χωροφυλακής. Κάπως έτσι γράφεται ο επίλογος στον θρύλο του «Δράκου του Σέιχ Σου».

Ακόμη και σήμερα, κανείς δεν μπορεί να απαντήσει με βεβαιότητα εάν ο Παγκρατίδης ήταν όντως ένοχος γι’ αυτά που κατηγορήθηκε ή εάν ήταν το τραγικό θύμα μίας δικαστικής πλάνης. Ο ίδιος, με μέχρι και την τελευταία στιγμή, ακόμη και στην εξομολόγηση του σε παπά πριν οδηγηθεί στον θάνατο, επέμενε ότι είναι αθώος. Σύμφωνα με δημοσιεύματα της εποχής, ο Αρίστος όπως τον φώναζαν οι φίλοι του, αντιμετώπισε με ψυχραιμία το εκτελεστικό απόσπασμα. Η οικογένειά του δεν παραβρέθηκε στην εκτέλεση, καθώς δεν είχαν ειδοποιηθεί. 

Γεννημένος το 1940, λίγους μήνες πριν οι δυνάμεις του Άξονα εισβάλουν στην Ελλάδα, ο Αριστείδης Παγκρατίδης είδε τον στρατιωτικό πατέρα του να εκτελείται από τους αντάρτες του ΕΛΑΣ μπροστά σε όλη την οικογένειά του. Τα παιδικά χρόνια δύσκολα, μέσα στη φτώχεια. Γρήγορα εγκατέλειψε το σχολείο και έγινε περιθωριακός, ενώ κατά την εφηβική του ηλικία κλείστηκε σε αναμορφωτήριο στην Κέρκυρα. Είχε συλληφθεί για κλοπή ποδηλάτου. Μετά τον εγκλεισμό του θα εργαστεί σε διάφορες δουλειές, από οικοδομή ως και «γύρο του θανάτου» (σ.σ. ένα σόου της εποχής με μηχανή σε λούνα παρκ), ενώ θα κατηγορηθεί ως ομοφυλόφιλος που εκδίδεται ακόμη και για ένα πιάτο φαγητό. Στην εποχή του «φακελώματος» των πάντων θα καταγραφεί ως άτομο διεστραμμένο και επικίνδυνο για το κοινωνικό σύνολο. 

Απαντήσεις για τον Αρίστο δεν θα δώσουν τα βιβλία που κυκλοφόρησαν από άτομα με γνώση της υπόθεσης που για περισσότερα από πέντε χρόνια είχε περίοπτη θέση στα κείμενα των αστυνομικών συντακτών της εποχής. Ακόμη και ο χώρος της Τέχνης ασχολήθηκε με την περίπτωση Παγκρατίδη, με τον «δράκο του Σέιχ Σου» να μεταφέρεται στο θέατρο, στον κινηματογράφο, να γίνεται τραγούδι και ποίηση. 

Η πρώτη επίθεση στο δασάκι των ερωτευμένων

Μάρτιος του 1957 και μία καθηγήτρια του Αμερικανικού Κολλεγίου κάνει βόλτα στο δάσος του Σέιχ Σου, ένα δασάκι πολύ κοντά στη Θεσσαλονίκη που αποτελούσε «φωλιά» για ερωτευμένα ζευγαράκια, αλλά και άτομα που αρέσκονταν να σουλατσάρουν στη φύση. Ένας άγνωστος της επιτίθεται με πέτρα, με την καθηγήτρια να σώζεται χάρη στις φωνές της που άκουσαν άλλα άτομα που περιφέρονταν στον δασάκι. Οκτώβριος του 1958 και ένα ερωτευμένο ζευγάρι δέχεται την επίθεση αγνώστου, ενώ το ίδιο συμβαίνει με άλλο ζευγάρι τον Νοέμβριο της ίδιας χρονιάς.

Αρκετά πριν ο Τύπος της εποχής γράψει για «δράκο» το ίδιο άτομο, εκμεταλευόμενο το σκοτάδι και την πυκνή βλάστηση, αποπειράται να σκοτώσει με πέτρα τους Παναγιώτη Αθανασίου και Ελεωνόρα Βλάχου. Ο ίδιος επιχειρεί να βάσει την κοπέλα, ενώ από θαύμα -καθώς η παγωνιά ανέκοψε την αιμορραγία- το ζευγάρι σώζεται. Το ημερολόγιο δείχνει 19 Φεβρουαρίου 1959. Δεν θα έχουν την ίδια τύχη ο ίλαρχος Κωνσταντίνος Ραϊσης και η φίλη του Ευδοξία Παληογιάννη, που θα βρεθούν νεκροί στις 6 Μαρτίου 1959 στην περιοχή του αεροδρομίου της Μίκρας. Το επόμενο «χτύπημα» έρχεται στις 3 Απριλίου 1959, με τη δολοφονία της εργαζόμενης στο Δημοτικό Νοσοκομείο, Μελπομένης Πατρικίου. 

Η φήμη του «δράκου» αρχίζει να απλώνεται στη Θεσσαλονίκη, οι γυναίκες κλείνονται στα σπίτια τους, τα ζευγάρια αποφεύγουν τις βραδινές βόλτες και ο δράστης επικηρύσσεται για εκατό χιλιάδες δραχμές. Η Αστυνομία, μετά από σκληρή κριτική που της ασκεί ο Τύπος της εποχής, κινητοποιείται στον μέγιστο βαθμό, ωστόσο, ο ένοχος δεν μπορεί να βρεθεί. Ο δράστης, φοβούμενος ίσως την αποκάλυψη του, ξαφνικά σταματά τις επιθέσεις. Την ίδια ώρα οι κάτοικοι της πόλης «βλέπουν» παντού τον δολοφόνο, οι αστυνομικοί τρέχουν πότε απ’ εδώ και πότε απ’ εκεί, αλλά «δράκος» πουθενά.

«Κύριε ανακριτά υπάρχουν ενέσεις που λες την αλήθεια;» 

Μετά από μία πενταετία ηρεμίας στην περιοχή του Σέιχ Σου, ένας οδηγός του ΟΑΣΘ, ο Λάζαρος Μαρίνος, ακινητοποιεί τον Αριστείδη Παγκρατίδη την ώρα που πηδάει από τη μάντρα του ορφανοτροφείου «Μέγας Αλέξανδρος». Το ημερολόγιο δείχνει 8 Δεκεμβρίου 1963.

Όπως ο ίδιος θα ομολογήσει μπήκε μεθυσμένος νύχτα στο ορφανοτροφείο σε «αναζήτηση γυναίκας». Τον Οκτώβριο  του 1964 καταδικάζεται σε κάθειρξη 9 ετών για «εξαναγκασμόν εις ασέλγειαν» μιας 11χρονης τροφίμου. Κατά την ανάκριση, μέσα σε μια εβδομάδα, θα ομολογήσει ότι ήταν ο «δράκος του Σέιχ Σου», θα δικαστεί «τετράκις εις θάνατον», τον Φεβρουάριο του 1966. Παρά τις προσπάθειες του «Αρίστου» να πείσει ότι δεν έχει σχέση με τα προ πενταετίας εγκλήματα το δικαστήριο δεν ακούει τίποτα και τον καταδικάζει εις θάνατο. «Είναι αλήθεια, κ. ανακριτά, ότι υπάρχουν ενέσεις που λες την αλήθεια; Εάν υπάρχουν, σας παρακαλώ να μου κάνετε μία, γιατί μ’ έβαλαν στην Ασφάλεια να πω πράγματα που ούτε γνωρίζω ούτε έκανα!», καταθέτει ο ίδιος χωρίς αποτέλεσμα. 

Δίκη παρωδία που κατέληξε «εις θάνατον»

Στη δίκη δεν προσκομίστηκε κανένα στοιχείο, ούτε ακούστηκε κάποια μαρτυρία που να επιβεβαιώνει ότι ο Παγκρατίδης ήταν ο «δράκος του Σέιχ Σου». Ούτε ταύτιση αίματος προέκυψε ούτε οι τρίχες που βρέθηκαν στα χέρια των θυμάτων, φαίνονταν να ανήκουν στον 24χρονο. 

Επίσης το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψιν την κατάθεση δύο νοσοκόμων που ήρθαν σε οπτική επαφή με τον δράστη και δεν τον αναγνώρισαν στο πρόσωπο του «Αρίστου».  Κατά το τελευταίο στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας ο εισαγγελέας της έδρας Μιχαήλ Σγουρίτσας ζήτησε να κηρυχθεί αναρμόδιο το δικαστήριο, επειδή «κύριος σκοπός ήταν η ανθρωποκτονία και κατά δεύτερο λόγο η ληστεία και η σεξουαλική ικανοποίηση» και να γίνει νέα δίκη από κακουργιοδικείο! 

Ωστόσο, η πρόταση απορρίφθηκε η έδρα δεν δέχτηκε κανένα ελαφρυντικό και έκρινε τον Παγκρατίδη ένοχο κατά το κατηγορητήριο για τις τρεις δολοφονίες κ.λπ. πράξεις που «εξετελέσθησαν μετά ιδιαιτέρας σκληρότητος, χαρακτηριζόμεναι ως ιδιαζόντως ειδεχθείς και ο δράστης τούτων ως επικίνδυνος εις την δημοσίαν ασφάλειαν». Χρόνια αργότερα ο δημοσιογράφος Κώστας Τσαρουχάς θα γράψει το βιβλίο «Ο δράκος που διέφυγε», στο οποίο υποστηρίζει ότι ο Παγκρατίδης δεν ήταν ο «δράκος» και αφήνει να εννοηθεί ότι ξέρει ποιος ήταν.

Ο Αριστείδης Παγρατίδης θα κρατηθεί στις φυλακές του Γεντί Κουλέ, στο Επταπύργιο, για σχεδόν δύο χρόνια. Το πρωινό της 16ης Φεβρουαρίου οδηγείται στο Σέιχ Σου -το δάσος με το οποίο είχε συνδεθεί- και στις 07:06 θα εκτελεστεί. «Μανούλα μου γλυκιά, είμαι αθώος», ήταν τα τελευταία λόγια του. Η οικογένεια του δεν είχε καν ειδοποιηθεί.