Η οικογένεια του Περικλή Παναγόπουλου και η σύζυγος του Κατερίνα, σε ανακοίνωση που αναρτήθηκε στα social media αναφέρουν:

«Μετά, από πολύχρονη μάχη, ξεκίνησε το τελευταίο του και μεγαλύτερο ταξίδι. Ολοκλήρωσε την επίγεια πορεία του, εν ειρήνη, στο σπίτι του, έχοντας, όπως επιθυμούσε στο πλευρό του, τη σύζυγό του, τα παιδιά του και τα εγγόνια του. Η εξόδιος ακολουθία θα τελεστεί στον Ιερό Ναό Αγίου Διονυσίου Αρεοπαγίτου, την Παρασκευή, 8 Φεβρουαρίου 2019 και θα ακολουθήσει η ταφή, στον Οικογενειακό τάφο, στο Α΄ Νεκροταφείο Αθηνών». 

Ο Περικλής Παναγόπουλος γεννήθηκε στην Αθήνα το 1935 και ήταν γιος του Καλαματιανού Σταύρου Παναγόπουλου και της Ειρήνης, η οποία κατάγονταν από μεγάλη οικογένεια της Κωνσταντινούπολης και είχε ανεγείρει το ξενοδοχείο Veto στην Αθήνα, το οποίο κατέλαβαν οι Ναζί στην Κατοχή. 

Φοίτησε στη σχολή Ecole Superiense de Commerce της Ελβετίας και μετά την αποφοίτησή του εργάστηκε στην Home Lines. Ο θάνατος του Ευγένιου Ευγενίδη το 1954, τον βρίσκει να εργάζεται ως εκπαιδευόμενος σε εταιρία του ομίλου στο Λονδίνο. Το 1955 μετακομίζει στα κεντρικά γραφεία της Home Lines στη Γένοβα και εργάστηκε σε όλα τα τμήματά της εταιρείας.

Δέκα χρόνια αργότερα, το 1965, ο Περικλής Παναγόπουλος εγκατέλειψε τον Όμιλο Ευγενίδη και έφτασε για πρώτη φορά στον Πειραιά προκειμένου να αναλάβει γενικός διευθυντής της εταιρίας κρουαζιεροπλοίων Sun Line του εφοπλιστή Μπάμπη Κιοσέογλου.

Το 1972, σε συνεργασία με τον Barney A. Ebsworth, σχημάτισε την Royal Cruise Line. Το Golden Odyssey ήταν το πρώτο κρουαζιερόπλοιο της εταιρείας. 

Το 1989 πουλά την εταιρία του και ιδρύει την Magna Marine Inc., η οποία δραστηριοποιήθηκε στη διαχείριση φορτηγών πλοίων.

Το 1994 ίδρυσε την Superfast Ferries παραγγέλνοντας δύο πλοία, τα οποία σκόπευε να δρομολογήσει στη γραμμή Πάτρας – Ιταλίας. Τέσσερα χρόνια αργότερα, τον Αύγουστο του 1999 αποκτά τον έλεγχο του 38,8% των Γραμμών Στρίντζη Ναυτιλιακή Α.Ε. και μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα αυξάνει το ποσοστό του σε 48,8% αποκτώντας και τον πλήρη έλεγχο της εταιρίας που μετονομάσθηκε σε Blue Star Ferries.

Υπενθυμίζεται πως στις 12 Ιανουαρίου 2009 ο Περικλής Παναγόπουλος είχε πέσει θύμα απαγωγής από σπείρα εγκληματιών με επικεφαλής τον Παναγιώτη Βλαστό και τον Γιάννη Σκαφτούρο.

Κατά τη διάρκεια της κατάθεσής του είχε αποκαλύψει με λεπτομέρειες πως τον απήγαγαν, σπάζοντας με βαριοπούλα το τζάμι του αυτοκινήτου του και πως έζησε τις δραματικές μέρες της ομηρίας του.

Όπως όμως και στην πρωτόδικο δικαστήριο οι κατηγορούμενοι του «φέρθηκαν άψογα». «Μου έδιναν ανελλιπώς τα φάρμακά μου χωρίς τα οποία θα είχε κινδυνέψει η ζωή μου», υπογράμμισε ο μάρτυρας και συμπλήρωσε: «Οι απαγωγείς ήταν ευγενικοί μαζί μου. Με πρόσεξαν και προσπάθησαν να βρουν τα εξειδικευμένα φάρμακα που έπρεπε να παίρνω, παρά τον κίνδυνο να εντοπιστούν. Εύχομαι τα χρήματα αυτά να τους κάνουν καλύτερους ανθρώπους. Η σύζυγός μου έδωσε έναν τιτάνιο αγώνα για να μαζευτούν τα λύτρα αμέσως».

Οι απαγωγείς επικοινώνησαν με τη σύζυγο του εφοπλιστή, Κατερίνα Παναγοπούλου και της ζήτησαν 30 εκατομμύρια ευρώ ως λύτρα.

Οι επικοινωνίες που είχε η κυρία Παναγοπούλου με τους απαγωγείς του συζύγου της ήταν αρκετές μέχρι να αφεθεί ελεύθερος λίγο μετά τη 01:00 το βράδυ της 20ης Ιανουαρίου 2009 και να εντοπιστεί από αστυνομικούς στο Χαϊδάρι. 

Οι απαγωγείς του Περικλή Παναγόπουλου συνελήφθησαν μετά από λίγο καιρό, ενώ στον Παναγιώτη Βλαστό επιβλήθηκε ισόβια ποινή κάθειρξης και 36 έτη. Ωστόσο ποτέ δεν βρέθηκαν τα λύτρα που κατέβαλε η οικογένεια Παναγόπουλου για την απελευθέρωση του εφοπλιστή.