«Έκατσα 23 μέρες μέσα, αλλά και μία μέρα φτάνει. Η φυλακή είναι φυλακή. Όταν με πήγαιναν ήμουν τόσο σοκαρισμένη που δεν το είχα συνειδητοποιήσει. Είχα παγώσει, δεν δάκρυσα. Ήμουν κέρινη, δεν ξέρω τι είχα πάθει», θυμάται η 53χρονη και συνεχίζει: «Όταν πήγα στην πτέρυγα έκλαψα και μετά πάγωσα. Είπα: Τούλα πάρτο απόφαση, θα καθίσεις πολλά χρόνια ακόμα μέσα. Κάνε την καρδιά σου πέτρα, γίνε δυνατή για να είναι δυνατή η οικογένειά μου».

Στη φυλακή «αν δεν παίρνεις δύναμη δεν μπορείς να ανταπεξέλθεις. Είσαι σε μία άλλη κοινωνία που έχει τους δικούς της κανόνες».

«Το πιο δύσκολο κομμάτι στις 23 μέρες που πέρασε στη φυλακή ήταν «όταν άκουσα την ποινή και με πήρανε από τα δικαστήρια, με έβαλαν στα κρατητήρια. Όλα ήταν δύσκολα, δεν μπορώ να ξεχάσω τίποτα. Οι πόρτες που έκλειναν το βράδυ... Όλη μέρα καθόμουν στην τραπεζαρία, δεν ήθελα το κελί», λέει.

«Με τσάκισαν, με ισοπέδωσαν γιατί με έδιωξαν από τη δουλειά και αναρωτήθηκα τι έκανα. Μου αφαίρεσαν τα 20 χρόνια που δούλεψα και έφαγα 10 χρόνια φυλακή. Έκανα και εγώ λάθος, δεν μπορώ να κρίνω κανέναν άνθρωπο, δεν είμαι άξια», επισημαίνει μιλώντας στον Alpha.

«Στο πρώτο δικαστήριο έφαγα 15 χρόνια και είχα μια ελπίδα στο Εφετείο αλλά έφαγα 10 χρόνια. Τους εξήγησα για ποιο λόγο το έκανα, ζήτησα συγγνώμη, να με συγχωρήσουν. Τους είπα να με τιμωρήσουν και να μου δώσουν μία δεύτερη ευκαιρία», αναφέρει η 53χρονη για την καταδίκη της.

«Δεν περίμενα πως θα πάω φυλακή»

«Από 6 ετών μεγάλωσα σε ορφανοτροφείο. Ήμασταν εννέα αδέρφια, έφυγε η μαμά από το σπίτι και ο μπαμπάς αναγκάστηκε να μας βάλει στο ορφανοτροφείο, στο Χατζηκυριάκειο στον Πειραιά. Εκεί ήμασταν εγώ και η αδερφή μου. Η γιαγιά μεγάλωσε δύο από τα αδέρφια μου» λέει η 53χρονη και αναφέρει πως πλέον δεν έχει πολλές επαφές με την οικογένειά της.

«Για ένα μικρό παιδί, να μην έχει τη μάνα και τον πατέρα του... Να είναι τελείως μόνο... Είναι τραγικό... Τα ορφανοτροφεία τότε ήταν διαφορετικά. Δεν βγαίναμε έξω. Εμάς μας έπαιρνε καμιά ανάδοχη οικογένεια αφού οι γονείς μας δεν έρχονταν», θυμάται η 53χρονη.

«Ένα μικρό παιδί προσπαθεί να είναι δυνατό σε αυτές τις καταστάσεις και να πάρει τη ζωή στα χέρια του. Δίναμε με την αδερφή μου δύναμη η μία στην άλλη. Κάθε καλοκαίρι πηγαίναμε κατασκήνωση επειδή το ορφανοτροφείο έκλεινε, εκεί περνούσαμε καλύτερα» λέει.

«Στην ηλικία των 12 ετών «η αδερφή της μαμάς μου ήρθε και μας πήρε. Πήγαμε στη γιαγιά στο Βόλο αλλά καθίσαμε για λίγο καιρό επειδή δεν μπορούσε να μας κοιτάξει». Στα 12 της χρόνια η καθαρίστρια αναγκάστηκε να δουλέψει ενώ τονίζει πως «ποτέ δεν καθόμουνα. Τη δουλειά δεν τη φοβήθηκα ποτέ».

«Στα 16 μου παντρεύτηκα και μπήκα πολύ μικρή στις υποχρεώσεις» λέει και συνεχίζει: «ήθελα να κάνω τη δική μου οικογένεια, να έχω το δικό μου σπίτι. Να κάνω αυτό που μου έλειπε. Ήθελα να αφοσιωθώ στην οικογένεια και τον άνδρα μου».

«Μάνα ήμουν, έπρεπε να δουλέψω να προσφέρω στα παιδιά μου. Δεν μπορούσα να περιμένω από τα πεθερικά μου, περνούσαν και αυτοί δύσκολα» και τονίζει πως «δεν μου δόθηκε η ευκαιρία να πάω σχολείο. Σκεφτόμουν να επιβιώσω».

Η 53χρονη δηλώνει πως την ενοχλούσε που δεν είχε πάει σχολείο: «Βέβαια και πρέπει να ξέρεις πολλά γράμματα αλλά πιστεύω πως η μόρφωση είναι και στην καρδιά του ανθρώπου. Πιστεύω πως πολλά μαθαίνεις στο δρόμο, ο δρόμος είναι μεγάλο σχολείο».

Ο σύζυγός της, «είχε 67% αναπηρία και δεν μπορούσε να δουλέψει. Δεν είχα δουλειά, πήγαινα σε σκάλες. Ερχόταν η Πρόνοια και έβλεπε πως τα παιδιά ήταν σε καλό περιβάλλον αλλά δεν υπήρχε φαγητό και μου είπανε πως υπάρχει μια κενή θέση σε έναν παιδικό σταθμό για καθαρίστρια. Έπρεπε να πάω και πήγα, μου είπαν τι χαρτιά χρειάζονταν και τα έφτιαξα», λέει η 53χρονη και συνεχίζει:

«Δεν ήξερα και πολλά. Θέλανε ένα απολυτήριο σχολείου θέλανε και άλλαξα την πέμπτη και την έκανα έκτη Δημοτικού. Ήθελα να μεγαλώσω τα παιδιά μου. Τότε μία δούλευα και δέκα καθόμουν. Όταν κάποιος είναι σε απελπισία, το διαχειρίζεται διαφορετικά».

Μάλιστα η 53χρονη δεν περίμενε πως θα έμπαινε σε μία τέτοια περιπέτεια: «Ποιος άνθρωπος ή ποια μάνα θέλει να πάει φυλακή ενώ θέλει να κάνει κάτι για το παιδί της; Αν ήξερα ότι θα πήγαινα φυλακή δεν θα το έκανα».

Από το 1996 εργαζόταν ως καθαρίστρια και τονίζει πως «ποτέ δεν έδωσα δικαίωμα, όπου με έστελναν υπηρεσία πήγαινα. Δεν έκανα περιουσία. Το έκανα για να μεγαλώσω δύο παιδιά».

Λόγω του Καλλικράτη άνοιξαν τους φακέλους και βρέθηκε η πλαστογράφηση με αποτέλεσμα η 53χρονη να οδηγηθεί ενώπιον της Δικαιοσύνης.

«Αν ήξερα ότι ήταν τόσο μεγάλο αδίκημα, είχα περιθώριο να πάω να βγάλω το σχολείο και θα πήγαινα» λέει και επαναλαμβάνει: «Δεν περίμενα πως θα πάω φυλακή. Ακόμα και όταν άνοιξα τον φάκελο που εστάλη στους ανωτέρους μου για πλαστογραφία, περίμενα πως θα περάσω πειθαρχικό, όχι πως θα πήγαινα φυλακή».