Ο φάκελος υποψηφιότητας του Φρουρίου της Σπιναλόγκας κατατέθηκε στο Κέντρο Παγκόσμιας Κληρονομιάς την περασμένη Παρασκευή.

Η Σπιναλόγκα, ο δεύτερος σε επισκεψιμότητα αρχαιολογικός χώρος της Κρήτης, μετά το μινωικό ανάκτορο της Κνωσού, μία νησίδα έκτασης 85 στρεμμάτων, βρίσκεται στο στόμιο του φυσικού λιμένα της Ελούντας. Η νησίδα τειχίστηκε κατά την αρχαιότητα για την προστασία της αρχαίας πόλης του Ολούντος. Περί τα τέλη του 16ου αιώνα, οι Ενετοί οικοδόμησαν εκεί ένα από τα σημαντικότερα επιθαλάσσια προμαχωνικά οχυρά της Μεσογείου, σε σχέδια ορισμένων από τους πιο διάσημους μηχανικούς της Βενετίας. Ως λιμάνι η Σπιναλόγκα, λόγω της γεωγραφικής θέσης της, αποτέλεσε σταυροδρόμι επικοινωνίας ανθρώπων και πολιτισμών, καθώς διευκόλυνε όχι μόνο το εμπόριο, αλλά και τη διακίνηση ιδεών και τεχνών μεταξύ Δύσης και Ανατολής. Κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα το νησί φιλοξένησε τον μεγαλύτερο οθωμανικό οικισμό της Ανατολικής Κρήτης μετά τον Χάνδακα. Το 1903 η Κρητική Πολιτεία ίδρυσε Λεπροκομείο στη Σπιναλόγκα: εκατοντάδες άνθρωποι εξαναγκάστηκαν να ζήσουν απομονωμένοι εκεί έως το 1957 οπότε το Λεπροκομείο έκλεισε. Η διαδικασία θεσμικής προστασίας της νησίδας, με τον χαρακτηρισμό της ως αρχαιολογικού χώρου, ξεκίνησε τη δεκαετία του 1970.

Tο Φρούριο Σπιναλόγκας εντάχθηκε στον Ενδεικτικό Κατάλογο της Ελλάδας το 2014.

Στον Κατάλογο Παγκόσμιας Κληρονομιάς έχουν ενταχθεί μέχρι σήμερα 18 ελληνικά μνημεία/χώροι, με τελευταία εγγραφή εκείνη του Αρχαιολογικού Χώρου των Φιλίππων, το 2016.