«H ΕΕ δεν πρέπει να δημιουργεί προσδοκίες που δεν μπορούν να πραγματωθούν», προειδοποιεί το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο στην ετήσια έκθεσή του σχετικά με τον προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που δημοσιεύθηκε σήμερα.

Συγκεκριμένα, στον πρόλογο της έκθεσης, ο πρόεδρος του ΕΕΣ Klaus-Heiner Lehne επισημαίνει ότι ο συνολικός προϋπολογισμός της ΕΕ δεν αντιστοιχεί παρά στο 1 % περίπου του ακαθάριστου εθνικού εισοδήματος ολόκληρης της ΕΕ. Για τον λόγο αυτό, η ΕΕ πρέπει να έχει ρεαλιστικούς στόχους σχετικά με το τι μπορεί να επιτύχει με τους πόρους που εισπράττει, ενόψει ιδίως του νέου επταετούς κύκλου του προϋπολογισμού της. «Το συμπέρασμα είναι σαφές», δηλώνει ο Klaus-Heiner Lehne. «Η ΕΕ δεν πρέπει να δίνει υποσχέσεις που δεν μπορεί να τηρήσει.»

Στην ετήσια έκθεσή τους για το 2017, οι ελεγκτές καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι οι λογαριασμοί της ΕΕ απεικονίζουν ακριβοδίκαια τη χρηματοοικονομική κατάσταση της ΕΕ. Για δεύτερο συνεχή χρόνο διατυπώνουν γνώμη με επιφύλαξη (και όχι αρνητική γνώμη) σχετικά με την κανονικότητα των πράξεων επί των οποίων βασίζονται οι λογαριασμοί. Με άλλα λόγια, ένα σημαντικό μέρος των δαπανών του 2017 που υποβλήθηκαν σε έλεγχο δεν περιείχε ουσιώδες σφάλμα.

Επιπλέον, σύμφωνα με τους ελεγκτές, το επίπεδο των παρατυπιών στην εκτέλεση των δαπανών της ΕΕ συνέχισε να μειώνεται. Το εκτιμώμενο επίπεδο σφάλματος στις πληρωμές του 2017 ήταν 2,4 %, σημειώνοντας μείωση από το 3,1 % το 2016 και το 3,8 % το 2015. Παράλληλα, οι διαθέσιμες πληροφορίες ήταν αρκετές για την πρόληψη, ή για τον εντοπισμό και τη διόρθωση, σημαντικού μέρους των σφαλμάτων, παραδείγματος χάριν στις ενισχύσεις στο πλαίσιο της αγροτικής ανάπτυξης. Εάν οι εθνικές αρχές είχαν χρησιμοποιήσει αυτές τις πληροφορίες για τη διόρθωση των σφαλμάτων, το εκτιμώμενο επίπεδο σφάλματος θα ήταν χαμηλότερο του ορίου σημαντικότητας του 2 % για ακόμη μεγαλύτερο μερίδιο του προϋπολογισμού της ΕΕ.

Εξακολουθούν να υπάρχουν προβλήματα, ιδίως στις περιπτώσεις που πραγματοποιούνται πληρωμές από τον προϋπολογισμό της ΕΕ σε δικαιούχους βάσει των δηλώσεων των δαπανών στις οποίες αυτοί υποβλήθηκαν, όπως στους τομείς της αγροτικής ανάπτυξης και της συνοχής. Άλλες δραστηριότητες χρηματοδοτούμενες κατά τον τρόπο αυτό είναι η έρευνα, τα προγράμματα κατάρτισης και τα έργα αναπτυξιακής βοήθειας.

Η χρησιμοποίηση των πόρων των Ευρωπαϊκών Διαρθρωτικών και Επενδυτικών Ταμείων (ΕΔΕΤ) εξακολουθεί να αποτελεί πρόκληση για τα κράτη μέλη και ο προϋπολογισμός της ΕΕ συνεχίζει να υφίσταται σημαντική πίεση λόγω της αξίας των πληρωμών που έχει δεσμευθεί να καταβάλλει η ΕΕ τα επόμενα χρόνια. Σύμφωνα με τους ελεγκτές, τα μέτρα που ελήφθησαν προκειμένου να αυξηθεί η ευελιξία του προϋπολογισμού ήταν χρήσιμα, αλλά ίσως να μην αρκούν. Ο συνδυασμός υψηλών αναλήψεων υποχρεώσεων και χαμηλών πληρωμών εκτίναξε τις εκκρεμείς δημοσιονομικές αναλήψεις υποχρεώσεων σε νέα πρωτοφανή επίπεδα (267,3 δισεκατομμύρια ευρώ). Αυτό θα πρέπει να αποτελέσει προτεραιότητα κατά τον σχεδιασμό του επόμενου πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου (ΠΔΠ), δηλώνουν οι ελεγκτές.

Η ετήσια έκθεση για το 2017 αφορά κυρίως δαπάνες της ΕΕ που πραγματοποιήθηκαν υπό το τρέχον πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο (2014‑2020), αλλά και ορισμένες δαπάνες προηγούμενων ετών. Σύμφωνα με τον Klaus-Heiner Lehne, κατ’ αυτό τον τρόπο υπογραμμίζεται το γεγονός ότι συνήθως είναι αρκετά τα χρόνια που μεσολαβούν από τη λήψη μιας πολιτικής απόφασης μέχρι την τελική διάθεση των κεφαλαίων. Επίσης, καθίσταται σαφές πόσο σημαντικό είναι τα προβλήματα να αποφεύγονται εξαρχής, καθώς οι αποφάσεις σχετικά με τον τρόπο διάθεσης των κεφαλαίων της ΕΕ επιφέρουν συνέπειες για πολλά χρόνια.

Να σημειώσουμε πως το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο είναι το ανεξάρτητο ελεγκτικό όργανο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι ελεγκτικές εκθέσεις και γνώμες που καταρτίζει συνιστούν στοιχείο καθοριστικής σημασίας στην αλυσίδα της λογοδοσίας στην ΕΕ και χρησιμοποιούνται προκειμένου να υποχρεώνουν σε λογοδοσία τους υπεύθυνους για τη διαχείριση του προϋπολογισμού της ΕΕ. Αυτό αποτελεί πρωτίστως ευθύνη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, από κοινού με τα άλλα θεσμικά και λοιπά όργανα της ΕΕ. Ωστόσο, για τα δύο τρίτα περίπου των δαπανών –ως επί το πλείστον στους τομείς της γεωργίας και της συνοχής– η ευθύνη αυτή είναι επιμερισμένη με τα κράτη μέλη.

Το 2017 οι δαπάνες της ΕΕ ανήλθαν συνολικά σε 137,4 δισεκατομμύρια ευρώ, ή σε περίπου 270 ευρώ ανά πολίτη. Το ποσό αυτό αντιστοιχεί στο 0,9 % περίπου του ακαθάριστου εθνικού εισοδήματος της ΕΕ και στο 2 % περίπου των συνολικών δημόσιων δαπανών των κρατών μελών της. Το 2017, το μεγαλύτερο μέρος των κεφαλαίων που υποβάλαμε σε έλεγχο προερχόταν από τον τομέα «Φυσικοί πόροι» (56%), ενώ, σε αντίθεση με τα προηγούμενα έτη, το μερίδιο των δαπανών του τομέα «Συνοχή» ήταν σχετικά μικρό (8%) λόγω του χαμηλού ποσοστού δαπανών που εγκρίθηκαν.

Κάθε χρόνο, οι ελεγκτές υποβάλλουν σε έλεγχο τους λογαριασμούς της ΕΕ και διατυπώνουν γνώμη σχετικά, αφενός, με την ακρίβεια και την αξιοπιστία τους και, αφετέρου, με τον βαθμό στον οποίο υπάρχουν στοιχεία που αποδεικνύουν την εκ σφάλματος είσπραξη ή δαπάνη ποσών (κανονικότητα και νομιμότητα).

Η ετήσια έκθεση σχετικά με τον προϋπολογισμό της ΕΕ, η ετήσια έκθεση σχετικά με τα Ευρωπαϊκά Ταμεία Ανάπτυξης και το συνοπτικό έγγραφο με τίτλο «2017 - Ο έλεγχος της ΕΕ εν συντομία» είναι διαθέσιμα ΕΔΩ.