Κατά τη διάρκεια της συνέντευξης Τύπου για την παρουσίαση των εαρινών οικονομικών προβλέψεων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, ο κ. Μοσκοβισί κλήθηκε να σχολιάσει την πρόθεση της κυβέρνησης να μην εφαρμόσει τη μείωση του αφορολόγητου και να προχωρήσει σε περαιτέρω παροχές.

Ο επίτροπος απάντησε πως «δεν είναι αναγκαίο» να υπάρχει «άμεση παρέμβαση» στις αποφάσεις της κυβέρνησης και ότι πιο σημαντικό είναι οι αποφάσεις να λαμβάνονται στο πλαίσιο της ενισχυμένης εποπτείας.

«Μέχρι τώρα είχαμε πολλά καλά στοιχεία για την Ελλάδα σε ό,τι αφορά τους στόχους για τα πρωτογενή πλεονάσματα και η Ελλάδα προβλέπεται να τους επιτύχει το 2019 και 2020», είπε, σημειώνοντας παράλληλα ότι οι σημερινές προβλέψεις δε λαμβάνουν υπόψη τους τα μέτρα που έχει συμπεριλάβει η κυβέρνηση στο πλαίσιο του προγράμματος σταθερότητας που κατέθεσε την περασμένη εβδομάδα, καθώς δεν έχουν συγκεκριμενοποιηθεί.

Όπως εξήγησε, και στο παρελθόν η Ελλάδα όχι μόνο πέτυχε τους στόχους της αλλά τους ξεπέρασε και το Eurogroup δέχτηκε κάποια μέτρα που κάνουν χρήση του δημοσιονομικού περιθωρίου. Ωστόσο, σημείωσε ότι αυτό θα πρέπει να συζητηθεί «αργότερα» και να μη θεωρείται δεδομένο ούτε να γίνεται αντικείμενο άμεσου σχολιασμού.

Παραπέμποντας στη θέση που εξέφρασε επανειλημμένα ο πρόεδρος της Επιτροπής, Ζαν Κλοντ Γιούνκερ, ότι η Επιτροπή ήταν πάντα στη «σωστή πλευρά της ιστορίας» σε ό,τι αφορά την Ελλάδα και εναντίον του Grexit, επανέλαβε ότι η Επιτροπή διαπραγματεύτηκε και «αντιτάχθηκε σθεναρά» στα υπερβολικά πλεονάσματα.

«Δεν ήμασταν ποτέ πεπεισμένοι ότι τα υπερβολικά πλεονάσματα ήταν ο σωστός δρόμος για την Ελλάδα» υπογράμμισε, σημειώνοντας ότι «υφίστανται δεσμεύσεις που πρέπει να γίνονται σεβαστές, αλλά δεν πρέπει να υπάρχει υπερκέραση των στόχων για πάντα». «Θα υπάρχει, το ξέρουμε, συζήτηση στο μέλλον, αλλά αυτή η συζήτηση θα πρέπει να είναι σοβαρή και να σέβεται τις δεσμεύσεις που έχουν ληφθεί», κατέληξε ο Μοσκοβισί.

Οι προβλέψεις για την ανάπτυξη

Ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας της τάξης του 2,2% για το 2019 και το 2020 προβλέπει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή για την Ελλάδα, σύμφωνα με τις εαρινές προβλέψεις που έδωσε σήμερα Τρίτη στη δημοσιότητα.

Σύμφωνα με την Κομισιόν, η Ελλάδα αναμένεται να πιάσει υψηλότερα ποσοστά ανάπτυξης το επόμενο διάστημα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, «λαμβάνοντας στήριξη από τις βελτιώσεις στην εσωτερική ζήτηση», ενώ την περασμένη χρονιά κατέγραψε ανάπτυξη 1,9% που βασίστηκε κυρίως στην «έντονη εξαγωγική δραστηριότητα».

Σε ό,τι αφορά τo 2019, οπότε η ανάπτυξη του πραγματικού ΑΕΠ προβλέπεται να ενδυναμωθεί στο 2,2%, η Επιτροπή επισημαίνει πως «η επιβράδυνση του εξωτερικού περιβάλλοντος θα έχει αρνητικό αλλά περιορισμένο αντίκτυπο στην εξαγωγική απόδοση της Ελλάδας, λόγω της χαμηλής ελαστικότητας που χαρακτηρίζει τη ζήτηση των βασικών εξαγωγικών αγαθών της Ελλάδας».

«Ο ανασταλτικός αυτός παράγοντας από την εξωτερική πλευρά θα αντισταθμιστεί από την ιδιωτική κατανάλωση, η οποία κατέγραψε βραχυπρόθεσμη άνοδο μέσω της πρόσφατης αύξησης του κατώτατου μισθού», υπογραμμίζεται στην έκθεση.

Αντιστοίχως, αναφέρεται πως με δεδομένο ότι ο προϋπολογισμός θα εκτελεστεί πλήρως «η δημόσια κατανάλωση και οι δημόσιες επενδύσεις θα υποστηρίξουν την ανάπτυξη, ενώ η ανάπτυξη των ιδιωτικών επενδύσεων θα παραμείνει υποτονική». Ωστόσο, «η αναμενόμενη αύξηση στην ιδιωτική κατανάλωση και το σύνολο των επενδύσεων αναμένεται να ενισχύσει τη ζήτηση εισαγωγών, και επομένως να μειωθεί η συμβολή των καθαρών εξαγωγών στην ανάπτυξη».

Το 2020 η Επιτροπή προβλέπει πως θα σημειωθεί ανάκαμψη στις ιδιωτικές επενδύσεις, «παρ' όλο που το αυξανόμενο κόστος εργασίας θα συμπιέσει το περιθώριο κερδών κάποιων εταιριών, περιορίζοντας άρα την προοπτική επενδύσεων χωρίς επιπρόσθετη εξωτερική χρηματοδότηση».

Οι συντάκτες της έκθεσης εξηγούν, ωστόσο, πως ενώ η ανάκαμψη της αγοράς εργασίας «συνεχίστηκε το 2018», «αναμένεται κάποια επιβράδυνση, λόγω της πρόσφατης αύξησης του κατώτατου μισθού». Υπογραμμίζεται, παρ' όλ' αυτά πως «η απασχόληση αναμένεται να αυξηθεί κατά 1,5% το 2019 και 1,3% το 2020, μειώνοντας το ποσοστό ανεργίας στο 16,8% το 2020».

Συνεχίζοντας, αναφέρεται, πως «παρά τις χαμηλές τιμές του πετρελαίου, ο πληθωρισμός προβλέπεται να παραμείνει στο 0,8% το 2019 και το 2020», ενώ «η αύξηση του κατώτατου μισθού αναμένεται να έχει ένα μέτριο πληθωριστικό αντίκτυπο τόσο το 2019 όσο και το 2020».

Σύμφωνα με την Επιτροπή, η Ελλάδα προβλέπεται να πετύχει τους συμφωνημένους στόχους για πρωτογενές πλεόνασμα το 2019 και το 2020. Τα κύρια χαρακτηριστικά των προβλεπόμενων πρωτογενών πλεονασμάτων είναι, όπως αναφέρεται, «το ακόμα μεγάλο κενό παραγωγικότητας, τα αυξανόμενα οφέλη των προηγούμενων ασφαλιστικών μεταρρυθμίσεων και τα ανώτατα όρια στις δαπάνες υγείας και στις προσλήψεις, που βοηθούν να παραμένει η δυναμική των δαπανών υπό έλεγχο».

Επιπρόσθετα επισημαίνεται ότι ενώ «οι συνεχιζόμενες βελτιώσεις στη συλλογή φορολογικών χρεών και οι φιλόδοξοι στόχοι των αρχών για την εκκαθάριση των μη επεξεργασμένων αιτήσεων συνταξιοδότησης αποτελούν πιθανές θετικές εξελίξεις, υπάρχουν σημαντικοί κίνδυνοι, όπως οι εν εξελίξει δικαστικές υποθέσεις που θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μερική ανατροπή προηγούμενων μεταρρυθμίσεων και να αυξήσουν τις δημοσιονομικές υποχρεώσεις». Επιπλέον πίεση, εκτιμά η Επιτροπή ότι μπορεί να προέλθει από τις «πρωτοβουλίες πολιτικής που επηρεάζουν τη νομοθεσία για τους μισθούς των δημοσίων υπαλλήλων».

Αναφορικά με το μέτρο μείωσης του αφορολόγητου που έχει συμφωνηθεί για το 2020, αλλά η κυβέρνηση έχει γνωστοποιήσει την πρόθεσή της να μην προχωρήσει στην εφαρμογή του, η Επιτροπή φαίνεται πως δεν έχει αλλάξει τα δεδομένα προς το παρόν, αλλά αφήνει ανοιχτό παράθυρο διαπραγμάτευσης. «Κατά την πάγια τακτική, οι προβλέψεις βασίζονται στην υπόθεση εργασίας ότι τα ανώτατα όρια του προϋπολογισμού θα εκτελεστούν πλήρως. Η εν λόγω πρόβλεψη λαμβάνει υπόψη της την ανακοίνωση μη εφαρμογής της φορολογικής μεταρρύθμισης το 2020, η οποία θα συζητηθεί περαιτέρω στο πλαίσιο της ενισχυμένης εποπτείας», σημειώνεται χαρακτηριστικά.

Τέλος σε ό,τι αφορά το χρέος η Επιτροπή αναφέρει πως «συνολικά, υπό την υπόθεση μη αλλαγής πολιτικής, το ισοζύγιο γενικής κυβέρνησης αναμένεται να φτάσει το 0,5% του ΑΕΠ το 2019, συνυπολογίζοντας τον θετικό αντίκτυπο από την κατ' αποκοπή εφαρμογή των μέτρων για το χρέος που αποφασίστηκαν στις 5 Απριλίου 2019». Ωστόσο, το 2020 προβλέπεται να μειωθεί στο -0,1% του ΑΕΠ, «λόγω των αυξανόμενων επιτοκίων και την απουσία πρόβλεψης περαιτέρω μέτρων ελάφρυνσης του χρέους».

«Το δημόσιο χρέος της Ελλάδας εκτιμάται πως έχει φτάσει στο υψηλότερο σημείο του στο 181,1% το 2018 και να μειωθεί στο 168,9% του ΑΕΠ το 2020 λόγω της ανάκαμψης και των υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων», καταλήγει η έκθεση της Επιτροπής.