Σύμφωνα με τον επικεφαλής του Γραφείου Προϋπολογισμού του Κράτους στη ΒουλήΦραγκίσκο Κουτεντάκη, λαμβάνοντας υπόψη τα στοιχεία του Γενικού Λογιστηρίου, αλλά τις εκτιμήσεις του υπουργείου, κοστολογεί το πακέτο  παροχών στο 0,55% του ΑΕΠ, ήτοι οριακά χαμηλότερα του 0,6% που είναι ο εκτιμώμενος δημοσιονομικός χώρος για εφέτος.

Το μέγεθος των 0,55% του ΑΕΠ, αναλύεται ως εξής:

  • 830 εκατ. ευρώ ήταν το κόστος της λεγόμενης 13ης σύνταξης.
  • 441 εκατ. ευρώ η προβλεπόμενη εξαμηνιαία επίπτωση από τις μετατάξεις προϊόντων και υπηρεσιών από υψηλότερους σε χαμηλότερους συντελεστές ΦΠΑ.
  • 80 εκατ. ευρώ είναι η επίπτωση των αλλαγών στις συντάξεις χηρείας.

Ο κ. Κουτεντάκης αναφέρθηκε στον θετικό ρυθμό μεγέθυνσης της ελληνικής οικονομίας καθώς και στη μείωση της ανεργίας προβλέποντας ότι ο ετήσιος ρυθμός αύξησης του ΑΕΠ για το 2019 θα υπερβαίνει το 2%.

Η σύνοψη των συμπερασμάτων της τριμηνιαίας έκθεσης του Γραφείου Προϋπολογισμού της Βουλής:

«Σύμφωνα με τα έως τώρα διαθέσιμα στοιχεία, η ελληνική οικονομία διατήρησε τη θετική δυναμική της. Η μεγέθυνση το 2018 ήταν στο επίπεδο του μέσου όρου της Ευρωζώνης, με μεγάλη συνεισφορά των εξαγωγών αλλά αρνητική μεταβολή των συνολικών επενδύσεων. Η ανεργία μειώνεται, η απασχόληση και οι αμοιβές αυξάνονται, ο πληθωρισμός παρουσιάζει αυξητική τάση αλλά το έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών έχει διευρυνθεί.

Οι βραχυχρόνιοι δείκτες για το 2019 παρουσιάζουν μικτή εικόνα, με επιδείνωση του δείκτη οικονομικού κλίματος, αλλά βελτίωση του δείκτη υπεύθυνων προμηθειών (PMI). Οι επίσημες προβλέψεις για τον ρυθμό μεγέθυνσης του 2019 κυμαίνονται από 1,9% (Τράπεζα της Ελλάδος) μέχρι 2,4% (Διεθνές Νομισματικό Ταμείο). Οι σημαντικοί κίνδυνοι για την ελληνική οικονομία προκύπτουν κατά κύριο λόγο από το εξωτερικό, ιδιαίτερα την επιβράδυνση που παρουσιάζει η Ευρωζώνη, την ευρύτερη χρηματοοικονομική αστάθεια και την κλιμάκωση της εμπορικής διαμάχης ΗΠΑ και Κίνας.

Στα δημοσιονομικά στοιχεία, η χώρα μας κατέγραψε το υψηλότερο πρωτογενές πλεόνασμα μεταξύ των χωρών της Ευρωζώνης (4,4% του ΑΕΠ) και το πέμπτο υψηλότερο συνολικό πλεόνασμα (1,1% του ΑΕΠ, συμπεριλαμβανομένων των τόκων δημοσίου χρέους) επιβεβαιώνοντας την ικανότητα της ελληνικής οικονομίας να παράγει υψηλά και διατηρήσιμα πλεονάσματα. Το γεγονός αυτό προσδίδει πρόσθετη αξιοπιστία στην οικονομική πολιτική και στη δημοσιονομική διαχείριση και εκφράζεται με την αποκλιμάκωση των αποδόσεων των τίτλων του ελληνικού δημοσίου και την πιστοληπτική αναβάθμιση της Ελλάδας από τον οίκο αξιολόγησης DBRS.

Το Πρόγραμμα Σταθερότητας που κατέθεσε η χώρα στην ΕΕ προβλέπει διατήρηση των πρωτογενών και συνολικών πλεονασμάτων για τα επόμενα χρόνια καθώς και την ύπαρξη δημοσιονομικού χώρου της τάξης του 0,6% του ΑΕΠ για το 2019.

Οι προβλέψεις αυτές αναθεωρούνται εκ των πραγμάτων μετά την ψήφιση μιας σειράς επεκτατικών μέτρων που περιλαμβάνουν τη μείωση του ΦΠΑ σε επεξεργασμένα τρόφιμα, εστίαση, ηλεκτρικό ρεύμα και φυσικό αέριο, την αναμόρφωση των συντάξεων χηρείας, την καταβολή ειδικού συνταξιοδοτικού επιδόματος (13η σύνταξη) και τη δυνατότητα ρύθμισης σε 120 δόσεις των οφειλών προς την εφορία, τα ασφαλιστικά ταμεία και την τοπική αυτοδιοίκηση. Η συνολική επίπτωση των μέτρων για το 2019, σύμφωνα με τις εκθέσεις του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, είναι κοντά στο 0,55% του ΑΕΠ και μπορεί να καλυφθεί από τον προβλεπόμενο δημοσιονομικό χώρο.

Οι δημοσιονομικές παρεμβάσεις, τόσο οι επεκτατικές όσο και οι περιοριστικές, έχουν αναδιανεμητικές συνέπειες καθώς επιδρούν διαφορετικά σε επιμέρους ομάδες του πληθυσμού. Με δεδομένο ότι ο δημοσιονομικός χώρος είναι εξ’ ορισμού πεπερασμένος, κάθε κυβέρνηση επιλέγει πώς θα κατανείμει το όφελος ή το βάρος μεταξύ των κοινωνικών ομάδων. Τα πρόσφατα επεκτατικά μέτρα ευνοούν κατά κύριο λόγο τους συνταξιούχους αλλά και τους συναλλασσόμενους στις αγορές αγαθών που μειώνεται ο ΦΠΑ. Ειδικά για το δεύτερο, η κατανομή του οφέλους μεταξύ καταναλωτών και παραγωγών θα εξαρτηθεί από την επίπτωση στις τελικές τιμές των αγαθών, η οποία με τη σειρά της εξαρτάται από τις συνθήκες που επικρατούν σε κάθε αγορά. Θεωρητικά, όσο περισσότερο μειωθούν οι τιμές, τόσο μεγαλύτερο όφελος θα καταλήξει στους καταναλωτές ενώ αντίθετα, αν οι τιμές δεν μειωθούν το όφελος θα καταλήξει στους παραγωγούς.

Τα επεκτατικά μέτρα αναμένεται να επιδράσουν θετικά στην ιδιωτική κατανάλωση η οποία, κατά το μέρος που δεν καταλήξει σε εισαγωγές, θα ενισχύσει τον ετήσιο ρυθμό μεγέθυνσης. Αυτό θα αντισταθμίσει εν μέρει το δημοσιονομικό τους κόστος, ωστόσο δεν θα πρέπει να υπάρχει η εσφαλμένη εντύπωση ότι η αντιστάθμιση θα είναι πλήρης και τα επεκτατικά μέτρα είναι αυτοχρηματοδοτούμενα. Με δεδομένο τον μόνιμο χαρακτήρα τους, η επίπτωσή τους θα πρέπει να ληφθεί υπόψη στην κατάρτιση του μεσοπρόθεσμου προγράμματος και των ετήσιων προϋπολογισμών ώστε να διασφαλιστεί η επίτευξη των δημοσιονομικών στόχων σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα».