Προτείνει δε, μείωση της φορολογίας στους μισθωτούς του ιδιωτικού τομέα.

Σε ειδική έκθεση ο Σύνδεσμος Επιχειρήσεων και Βιομηχανιών αναφέρει ότι «η υπερφορολόγηση μεγιστοποιείται στη μεσαία τάξη και ιδιαίτερα στα εισοδήματα των μισθωτών του ιδιωτικού τομέα που κατά τεκμήριο έχουν υψηλές δεξιότητες και καταλαμβάνουν θέσεις ευθύνης στην αγορά εργασίας».

Στην έκθεση τονίζεται:

Για καθαρές ετήσιες αποδοχές 20.000 ευρώ, το Ελληνικό κράτος «αφαιρεί» από τους μισθωτούς, μέσω φόρων και εισφορών, κατά μέσο όρο το 44% από το ποσό που πληρώνει ο εργοδότης. Μόνο 6 ευρωπαϊκές χώρες αφαιρούν περισσότερο. Η πρόσφατη εξαγγελία μείωσης της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης μετατοπίζει την επιβάρυνση από φόρους και εισφορές στην περίπτωση αυτή στην 11η υψηλότερη θέση της ανάμεσα σε 26 κράτη μέλη, πάντα άνω του μέσου όρου. Για να είναι ανταγωνιστικό το ποσοστό επιβάρυνσης με φόρους και εισφορές επί του κόστους του εργοδότη θα έπρεπε να είναι γύρω στο 35%.

Για καθαρές αποδοχές 40.000 ευρώ το χρόνο, «αφαιρείται» μέσω φόρων και εισφορών το 60% του ποσού που πληρώνει ο εργοδότης. Καμία ευρωπαϊκή χώρα δεν αφαιρεί περισσότερο. Η πρόσφατη εξαγγελία μείωσης της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης μειώνει αυτή την επιβάρυνση, αλλά δεν αλλάζει τη σχετική θέση της Ελλάδας. Ένα ανταγωνιστικό ποσοστό επιβάρυνσης θα ήταν γύρω στο 40%.

Σύμφωνα με τις προτάσεις του ΣΕΒ, οι παρεμβάσεις που πρέπει να γίνουν είναι:

  • μια σημαντική μείωση των φόρων και ασφαλιστικών εισφορών στη μισθωτή εργασία του ιδιωτικού τομέα,
  • την περαιτέρω βελτίωση των επιβαρύνσεων σε επιχειρηματικά κέρδη και διανεμόμενα μερίσματα και
  • την εκλογίκευση και εναρμόνιση με το ενωσιακό δίκαιο του πλαισίου των ευθυνών διοικητών επιχειρήσεων. Επίσης πρέπει να υπάρξει εκλογίκευση των φόρων κατανάλωσης που επιβαρύνουν τη μεταποίηση, τις ψηφιακές υπηρεσίες, τις μεταφορές επιβατών και τον τουρισμό καθώς και των φόρων επί ακινήτων.