Αυτή είναι η πρώτη αντίδραση οίκου αξιολόγησης μετά τις εκλογές της 7ης Ιουλίου και την ανάληψη της διακυβέρνησης της χώρας από τη Νέα Δημοκρατία.

Ο οίκος Fitch αναφέρει πως η έλευση της νέας κυβέρνησης με αυτοδυναμία συμβάλλει στην ενίσχυση της πολιτικής σταθερότητας. Αυτό ακριβώς θα μπορούσε να υποστηρίξει την ταχεία εφαρμογή της πολιτικής ατζέντας της Νέας Δημοκρατίας.

Επίσης, οι δείκτες διακυβέρνησης είναι αξιοσημείωτα ισχυρότεροι από αρκετές χώρες αντίστοιχης αξιολόγησης.

Τα ανωτέρω ισχυρά σημεία αντισταθμίζονται από τις αδύναμες μεσοπρόθεσμες προοπτικές ανάπτυξης, τα υπερβολικά υψηλά επίπεδα κόκκινων δανείων στον τραπεζικό κλάδο και τα υψηλά επίπεδα γενικού κρατικού χρέους και εξωτερικού χρέους.  

Η Fitch τονίζει αναφορικά με τη μακροπρόθεσμη πορεία του χρέους, πως η Ελλάδα, υπό την υπόθεση μέσου πρωτογενούς πλεονάσματος 1,9% του ΑΕΠ ως το 2040, μέση πραγματική ανάπτυξη 1,4% το ίδιο χρονικά διάστημα και πληθωρισμό κοντά στο 2%, το ελληνικό δημόσιο χρέος θα μπορέσει να μειωθεί σταδιακά στο 125% του ΑΕΠ ως το 2030 και στο 111% του ΑΕΠ ως το 2040, από 181% του ΑΕΠ το 2018. 

Στόχος για την Ελλάδα αναφέρει ο οίκος πως είναι η βελτίωση του επιχειρηματικού κλίματος και η προσέλκυση ιδιωτικών επενδύσεων για τη στήριξη της οικονομικής ανάκαμψης και την τόνωση του μεσοπρόθεσμου δυναμικού ανάπτυξης του ΑΕΠ.

Στη συνέχεια γίνεται αναφορά για τα φορολογικά νομοσχέδια της κυβέρνησης με τη Fitch να τονίζει πως «τον Σεπτέμβριο, η κυβέρνηση σκοπεύει να παρουσιάσει σταδιακά από τον Ιανουάριο 2020 ένα ευρύτερο οικονομικό πακέτο που θα περιέχει φορολογικές μειώσεις τόσο για τα νοικοκυριά όσο και για τις επιχειρήσεις. Τα μέτρα ενδέχεται να περιλαμβάνουν μια σταδιακή μείωση του φόρου για τις επιχειρήσεις στο 20% από 28%, με τον χαμηλότερο συντελεστή φόρου εισοδήματος στο 9% από 22%, την αναστολή του φόρου κεφαλαιουχικών κερδών στις πωλήσεις ακινήτων και την αναστολή του ΦΠΑ στην κατασκευαστική δραστηριότητα. Είναι πολύ νωρίς για να εκτιμηθεί ο συνολικός αντίκτυπος αυτών των μέτρων στην αύξηση του ΑΕΠ και τα αποτελέσματα των δημοσίων οικονομικών, αλλά αναμένουμε να έχουμε περισσότερες πληροφορίες έως τον Σεπτέμβριο όταν θα παρουσιαστεί το σχέδιο προϋπολογισμού για το 2020».

Για τις τράπεζες ο οίκος σημειώνει ότι η ποιότητα ενεργητικού παραμένει χαμηλή. Τα NPEsήταν 45,1% στα τέλη Μαρτίου 2019 έναντι 48,5% ένα χρόνο νωρίτερα.

Σημειώνει ότι ενώ το απόθεμα προβληματικών δανείων μειώνεται με ταχύτερο ρυθμό (13,5% σε ετήσια βάση), το ποσοστό επί της συνολικής έκθεσης υποχωρεί πιο αργά (7% σε ετήσια βάση) καθώς υπάρχει πιστωτική συρρίκνωση.

Παράλληλα η οικονομική ανάκαμψη, η σταδιακή ανατίμηση στην κτηματαγορά, οι πωλήσεις NPEs και η μεγαλύτερη χρήση ηλεκτρονικών πλειστηριασμών, καθώς και το πλαίσιο που διαδέχθηκε το νόμο Κατσέλη για τα κόκκινα δάνεια, θα βοηθήσει τις τράπεζες να πιάσουν στο στόχο που έθεσε ο SSM για το 2021.

Θετική εικόνα διατηρεί ο οίκος αξιολόγησης για την πορεία των capital controls θεωρώντας ότι μέχρι το τέλους του 2019 θα μπορέσουν να αρθούν πλήρως.

«Η κυβέρνηση φαίνεται ότι έχει δώσει προτεραιότητα στην επιτάχυνση των ιδιωτικοποιήσεων και στην αντιμετώπιση των θεμάτων του τραπεζικού τομέα. Η εποπτεία των πολιτικών του τραπεζικού τομέα αποτελεί πλέον αποκλειστική αρμοδιότητα του Υπουργείου Οικονομικών και το πρόγραμμα ιδιωτικοποίησης εποπτεύεται από το Υπουργείο Ανάπτυξης. Κατά την άποψή μας, αυτή είναι μια θετική εξέλιξη που θα μπορούσε να οδηγήσει σε ταχύτερη εφαρμογή της πολιτικής σε αυτούς τους τομείς».

Πηγή: insider.gr