Για το βιβλίο «Η τελευταία Μπλόφα» ο κ. Στουρνάρας επεσήμανε πως «το βιβλίο θα μείνει στην ιστορία, γιατί γράφει την ιστορία».

Ο κ. Στουρνάρας τόνισε αρχικά πως «η άρνηση ορισμένων πολιτικών δυνάμεων να αποδεχτούν ότι η κρίση ήταν κυρίως αποτέλεσμα λανθασμένων επιλογών μας στην οικονομική πολιτική, και ότι τα μνημόνια ήταν μέρος της λύσης και όχι του προβλήματος, είχε αποπροσανατολίσει από την αρχή την κοινή γνώμη. Δίχασε την ελληνική κοινωνία σε δύο στρατόπεδα, σε μνημονιακούς και αντιμνημονιακούς, και έφερε στο προσκήνιο έναν ιδιότυπο λαϊκισμό καθώς και νέες πολιτικές δυνάμεις, οι οποίες αρνήθηκαν να δουν την πραγματικότητα και στηρίχτηκαν σε μια λαϊκίστικη και ακραία ρητορική, ασκώντας ανεύθυνη αντιπολίτευση και εμποδίζοντας την επίτευξη ευρύτερων συναινέσεων προκειμένου να βγει η χώρα από την κρίση».

«Δεν είναι λοιπόν τυχαίο ότι είμαστε η μόνη χώρα μέλος της ευρωζώνης που παρέμεινε για τόσο μεγάλο διάστημα σε πρόγραμμα, σε αντίθεση με τις άλλες χώρες που έκλεισαν σύντομα τις εκκρεμότητές τους».

Συγκεκριμένα, η Τράπεζα της Ελλάδος:

  • Ενημέρωνε με έγκυρα στοιχεία την κυβέρνηση, τα πολιτικά κόμματα, καθώς και την κοινή γνώμη με τις Εκθέσεις και τις παρεμβάσεις της. Με τις ανακοινώσεις και τη συμμετοχή της στο δημόσιο διάλογο προσπάθησε να παρουσιάσει την πραγματική κατάσταση με έναν κατανοητό τρόπο, τις συνέπειες μιας αποτυχίας στις διαπραγματεύσεις, καθώς και να προσφέρει σε όλους τους πολίτες αξιόπιστη και έγκαιρη πληροφόρηση σχετικά με τις διαθέσιμες επιλογές και τις συνακόλουθες επιπτώσεις τους. Ιδιαίτερα δραματικές θυμάμαι ήταν οι προειδοποιήσεις που υπήρχαν στην Έκθεση της 17ης Ιουνίου 2015, μία ακριβώς ημέρα πριν το εξίσου δραματικό και τελικά αποτυχημένο Eurogroup του Ιουνίου, την οποία Έκθεση η τότε Πρόεδρος της Βουλής μου την επέστρεψε ως απαράδεκτη.
  • Αντέδρασε άμεσα και με υπεύθυνο τρόπο ώστε να αποφευχθεί, από τις πρώτες κιόλας ημέρες της νέας κυβέρνησης, ενδεχόμενη σύγκρουσή της με την ΕΚΤ, μετά τη δήλωση του τότε Υπουργού Οικονομικών προς τον Πρόεδρο του Eurogroup, κατά την επίσκεψή του στην Αθήνα, ότι η Ελλάδα δεν θα αποπληρώσει τα ομόλογα ANFA’s και SMPs του Ευρωσυστήματος.
  • Απέστειλε μετέπειτα επιστολές, τόσο στον Πρωθυπουργό όσο και στους καθ’ ύλην αρμόδιους υπουργούς, παρέχοντας στοιχεία που δεν μπορούσαν τότε να δημοσιοποιηθούν για τις συνέπειες μιας αποτυχίας στις διαπραγματεύσεις, ιδιαίτερα στο τραπεζικό σύστημα, και τον κίνδυνο επιβολής κεφαλαιακών ελέγχων (capital controls). Σε ορισμένες περιπτώσεις οι επαφές αυτές έγιναν και διά ζώσης.
  • Παρείχε χρηματοδότηση στις τράπεζες μέσω του Έκτακτου Μηχανισμού Ρευστότητας (ELA) εξασφαλίζοντας με αυτόν τον τρόπο την απαραίτητη ρευστότητα στην αγορά. Όταν έγινε αντιληπτό ότι οι διαπραγματεύσεις στο Eurogroup δεν πρόκειται να τελεσφορήσουν (όπως τελικά έγινε) και συνεπώς η Ελλάδα δεν θα είχε την κάλυψη προγράμματος, η ΕΚΤ κατάργησε την επιλεξιμότητα των κρατικών ομολόγων ως ενεχύρων για πράξεις χρηματοδότησης των ελληνικών τραπεζών μέσα από τον κανονικό μηχανισμό χρηματοδότησής της. Από το σημείο αυτό και μετά, η παροχή ρευστότητας γινόταν από την ΤτΕ μέσω του ELA.
  • Αντιστάθηκε επιτυχώς στις πιέσεις της κυβέρνησης να φορτώσει στις ελληνικές τράπεζες το ρίσκο της χρηματοδότησης του κρατικού ελλείμματος, παραβιάζοντας το όριο αγοράς εντόκων γραμματίων, μετά την διαφαινόμενη αποτυχία επίτευξης συμφωνίας στο Eurogroup.
  • Φρόντισε για τον εφοδιασμό και του πιο απομακρυσμένου τραπεζικού υποκαταστήματος με τραπεζογραμμάτια. Σε κανένα ΑΤΜ δεν δημιουργήθηκε πρόβλημα, ειδικά μετά την προκήρυξη του δημοψηφίσματος και τις πρώτες ημέρες των capital controls, τότε που όλοι έσπευδαν να κάνουν αναλήψεις.
  • Συνέβαλε καθοριστικά στην επιτυχή ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών, που ολοκληρώθηκε το Δεκέμβριο του 2015, χωρίς να σημειωθεί καμία αναταραχή στο πιστωτικό σύστημα.
  • Υπέβαλε προτάσεις για την επίλυση του προβλήματος των μη εξυπηρετούμενων δανείων σε συνεργασία με την κυβέρνηση και το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας.
  • Συνεργάστηκε αποτελεσματικά με τον Ενιαίο Εποπτικό Μηχανισμό (SSM) της ΕΚΤ, και ολοκλήρωσε εγκαίρως τον έλεγχο ποιότητας στοιχείων ενεργητικού (AQR) των τραπεζών.
  • Συνέβαλε στην ελαχιστοποίηση των επιπτώσεων των περιορισμών στην κίνηση κεφαλαίων για τους συναλλασσόμενους, και στήριξε με το προσωπικό και την τεχνογνωσία της, τις εργασίες της Επιτροπής Έγκρισης Τραπεζικών Συναλλαγών, μέσω της οποίας χορηγούντο οι άδειες για τη μεταφορά κεφαλαίων στο εξωτερικό.
  • Παρείχε στήριξη προς το Δημόσιο σε πολλές δραστηριότητές του, παραμένοντας πάντοτε εντός του πλαισίου της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που μεταξύ άλλων ρυθμίζει τις σχέσεις εθνικών κεντρικών τραπεζών και ευρωπαϊκών κυβερνήσεων.

«Οι συνέπειες όμως αυτής της ανερμάτιστης διαπραγμάτευσης είχαν υψηλότατο κόστος για την ελληνική οικονομία. Σε σχετική ομιλία μου στη Βουλή, στην Επιτροπή Οικονομικών Υποθέσεων, είχα ισχυριστεί, βασιζόμενος στη σύγκριση των δυναμικών προβολών του δημόσιου χρέους που έκανε το ΔΝΤ αφενός στο τέλος του 2014 και αφετέρου τον Ιούλιο του 2015, ότι το κόστος αυτό ανέρχεται σε 86 δισεκ. ευρώ περίπου».

«Όποια μέθοδο και να χρησιμοποιήσει κάποιος, το κόστος προκύπτει πολύ σημαντικό. Ακόμα και αν αγνοηθούν εντελώς τα δυναμικά στοιχεία, η στατική ανάλυση, δηλαδή ανάλυση σε παρελθόντα χρόνο και με γεγενημένα αποτελέσματα, δείχνει κόστος κοντά στα 47 δισεκ. ευρώ, όπως υπολόγισε ο κ. Γιώργος Προκοπάκης σε άρθρο του στην Καθημερινή στις 26 Αυγούστου φέτος.

Η σημαντικότερη όμως επίπτωση από αυτή την κατάσταση ήταν η αβεβαιότητα και η απώλεια της εμπιστοσύνης, που είχαμε καταφέρει να κερδίσουμε με πολύ κόπο ως τα τέλη του 2014. Ας μην ξεχνάμε ότι απωλέσθησαν 45 δισεκ. ευρώ περίπου καταθέσεων, επιβλήθηκαν έλεγχοι κεφαλαίων με σημαντικό πρόσθετο κόστος για την οικονομία, ενώ χρειάστηκαν νέα κεφάλαια για τις τράπεζες. Και αυτά μετά από δυο εκλογικές αναμετρήσεις, ένα δημοψήφισμα, και μακρόσυρτες διαπραγματεύσεις χωρίς στόχο και αποτελέσματα. Τα μηνύματα που εξέπεμπε τότε η χώρα ήταν αντιφατικά, οι μπλόφες συνεχείς και προκαλούσαν σύγχυση στους εταίρους της. Στην «Τελευταία Μπλόφα» αυτό αποδεικνύεται πέραν κάθε αμφιβολίας».