«Η έξοδος της ελληνικής οικονομίας από το τρίτο πρόγραμμα συνιστά ένα σημαντικό βήμα για την επιστροφή της χώρας στις διεθνείς αγορές και την επάνοδο σε πορεία συγκλίσεως προς τις άλλες χώρες της Ευρωζώνης» τονίζουν οι οικονομικοί αναλυτές της Alpha Bank στο εβδομαδιαίο οικονομικό δελτιο της τράπεζας.

«Καθοριστικό ρόλο σε αυτήν την προσπάθεια θα διαδραματίσει η βελτίωση της εμπιστοσύνης προς τη χώρα. Τούτο προϋποθέτει την πλήρη εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων που έχουν ήδη νομοθετηθεί, καθώς παρέχουν μία ικανή βάση για την προσέλκυση επενδύσεων και τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας», προσθέτουν οι αναλυτές.

Όπως αναφέρεται στην ανάλυση, μετά την εκταμίευση της τελευταίας δόσεως του τρίτου προγράμματος προσαρμογής της ελληνικής οικονομίας, το συνολικό απόθεμα ασφαλείας (cash buffer) του ελληνικού Δημοσίου διαμορφώνεται σε 24,1 δισ. ευρώ και επαρκεί για 22 μήνες μετά το πέρας του προγράμματος, ενισχύοντας σε σημαντικό βαθμό τη δυνατότητα της ελληνικής οικονομίας να αντιμετωπίσει ενδεχόμενους χρηματοοικονομικούς κινδύνους.

Από την αρχική δανειακή συμφωνία του ποσού των 86 δισ. ευρώ, εκταμιεύθηκαν τελικώς μόνο 61,9 δισ. ευρώ, αφού το ποσό που απαιτήθηκε για την ανακεφαλαιοποίηση των ελληνικών τραπεζών ήταν κατά πολύ μικρότερο του αρχικώς αναμενομένου.

Όπως αναφέρεται στην ανάλυση, το ποσό αυτό κατανεμήθηκε ως ακολούθως:

(i) 36,3 δισ.ευρώ κάλυψε ανάγκες εξυπηρετήσεως του ελληνικού χρέους,

(ii) 7 δισ. ευρώ χρησιμοποιήθηκε για την αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων του ελληνικού Δημοσίου προς τον ιδιωτικό τομέα,

(iii) 1,8 δισ. ευρώ κάλυψε άλλες δημοσιονομικές ανάγκες

(iv) 5,4 δισ. ευρώ απαιτήθηκε για τις ανάγκες ανακεφαλαιοποιήσεως των ελληνικών τραπεζών, και τέλος  

(v) 11,4 δισ. ευρώ αξιοποιήθηκαν για το σχηματισμό του αποθέματος ασφαλείας.

Σύμφωνα με τις ανακοινώσεις του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητος (ESM), μετά την εκταμίευση και της τελευταίας δόσεως, ο συνδυασμός της αναπτυξιακής πολιτικής, των τεθέντων δημοσιονομικών στόχων και των ληφθέντων μέτρων ελαφρύνσεως του δημοσίου χρέους, οδηγούν σε συγκράτηση των ακαθάριστων χρηματοδοτικών αναγκών, δηλαδή την ετήσια πληρωμή τόκων και χρεολυσίων σε επίπεδα κάτω του 15% του ΑΕΠ σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα, και 20% σε μακρύτερο χρονικό ορίζοντα, έτσι ώστε να διασφαλισθεί ότι ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ θα διαγράψει συνεχή πτωτική πορεία.