Ταχεία επέκταση του ΑΕΠ στο τρίμηνο Ιουνίου –  Σεπτεμβρίου 2017 προεξοφλεί το υπουργείο Οικονομίας σε έκθεση που έδωσε στη δημοσιότητα και στην οποία αναλύονται όλες οι παράμετροι που έχουν οδηγήσει σε ανάκαμψη την ελληνική οικονομία.

Όπως αναφέρει το insider.gr, σύμφωνα με το υπουργείο, η ελληνική οικονομία έχει περάσει οριστικά το κατώφλι της ανάκαμψης µε 3 από τα 4 τελευταία τρίμηνα να σημειώνει θετικούς ρυθμούς επέκτασης και τα δύο τελευταία συνεχόμενα τρίμηνα να διπλασιάζει το ρυθμό μεγέθυνσης της.

«Όλες οι ενδείξεις για το τρίτο τρίμηνο 2017 προδιαγράφουν ακόμη ταχύτερη επέκταση. Αυτός ο επιταχυνόμενος ρυθμός ανάκαμψης πρέπει να συνεχιστεί και στο υπόλοιπο του έτους, καθώς είναι προϋπόθεση για να επιτευχθεί ο στόχος ανάπτυξης του 1,8% εφέτος», αναφέρει η έκθεση που αποδίδει την αύξηση του ΑΕΠ στο πρώτο εξάμηνο του 2017 στην ετήσια αύξηση των επενδύσεων (2,7% ) και των εξαγωγών αγαθών και υπηρεσιών (7,4%), αλλά και στην αντίστοιχη αύξηση της ιδιωτικής κατανάλωσης (1%).

Το υπουργείο σημειώνει πως οι παραγωγικές επενδύσεις και ειδικότερα οι ξένες άμεσες επενδύσεις δεν ανακάμπτουν τυχαία στην Ελλάδα, καθώς η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης την οποία αντανακλούν δεν οφείλεται μόνο στην τεράστια δημοσιονομική προσαρμογή, αλλά και στην αύξηση της διεθνούς ανταγωνιστικότητας της χώρας και τη βελτίωση της κερδοφορίας των επιχειρήσεων τα τελευταία χρόνια.

Συγκεκριμένα, ο δείκτης της πραγματικής σταθμισμένης συναλλαγματικής ισοτιμίας (με βάση τις σχετικές τιμές καταναλωτή) της Τράπεζας της Ελλάδος που μετρά την εξέλιξη της ανταγωνιστικότητας της χώρας έναντι των βασικών εμπορικών της εταίρων κατέδειξε αύξηση ανταγωνιστικότητας 2,6% τη περίοδο 2012-2014 και νέα βελτίωση 4,4% από το 2014 ως και το πρώτο τρίμηνο 2017. Επιπλέον, ο δείκτης ανταγωνιστικότητας του World Economic Forum (WEF) ο οποίος για την Ελλάδα έδειχνε επιδείνωση ως το 2013, έκτοτε σημείωσε εμφανή βελτίωση.

Κατά το υπουργείο η ποιοτική διαφορά στην ανάπτυξη του 2017 αποκαλύπτεται από την ισχυρή άνοδο των εισροών Ξένων Άμεσων Επενδύσεων (ΞΑΕ), οι οποίες το 2016 συνολικά αυξήθηκαν 170% έναντι του 2015 υπερβαίνοντας κατά 800 εκατ. ευρώ τα επίπεδα εισροών του 2014, ενώ το πρώτο εξάμηνο του 2017 σημείωσαν νέα άνοδο 185% έναντι του πρώτου εξαμήνου 2016 και 74% έναντι της αντίστοιχης περιόδου του 2014.

Το υπουργείο Οικονομίας τονίζει πως στο πρώτο επτάμηνο 2017 οι εξαγωγές αγαθών σημειώνουν ετήσια αύξηση 18% φθάνοντας το υψηλότερο επίπεδο της τελευταίας δεκαετίας και με τις βιομηχανικές εξαγωγές να ηγούνται. Η δε μεταβολή στην ποιότητα των εξαγωγών διαφαίνεται από την αλλαγή στη σύνθεση του συνόλου των εξαγωγών, με τις εξαγωγές αγαθών που αποτελούσαν το 43% του συνόλου εξαγωγών αγαθών και υπηρεσιών το 2008 να φθάνουν το 55,5% τη διετία 2016-2017.

Αλλά και ο τουρισμός σπάει κατά το υπουργείο το ένα ρεκόρ πίσω από το άλλο. Βάσει της Έρευνας Συνόρων της ΤτΕ, τον Ιούνιο η εισερχόμενη ταξιδιωτική κίνηση αυξήθηκε 13,0% σε σχέση με τον Ιούνιο του 2016 (6,6% στο 6μηνο), ενώ η ταξιδιωτικές εισπράξεις κατά 14,2% (7,1% στο 6μηνο). Η μέση δαπάνη ανά ταξίδι, τον Ιούνιο αυξήθηκε 1,6% και οριακά από την αρχή του έτους 0,7%, έναντι της σημαντικής πτώσεως -7,4% την αντίστοιχη περίοδο του 2016.

Αυτό οφείλεται, κυρίως, στην αύξηση του αριθμού των αφίξεων από τις χώρες της ευρωζώνης που εμφανίζουν υψηλότερη κατά κεφαλήν δαπάνη ανά ταξίδι: η Γαλλία, η Γερμανία και το Ηνωμένο Βασίλειο αποτελούν τις σημαντικότερες πηγές εσόδων για τον ελληνικό τουρισμό καθότι το πρώτο εξάμηνο του 2017 μόνο από τις τρεις αυτές χώρες προήλθε το 40,4% των συνολικών εσόδων (εξαιρουμένης της κρουαζιέρας). Επίσης όπως διαφαίνεται από τις μέχρι τώρα εκτιμήσεις τα θετικά αποτελέσματα θα συνεχιστούν και τους επομένους μήνες.

Βάσει του Sete Inteligence σε σχέση με τον αντίστοιχο προγραμματισμό του 2016, για τον Σεπτέμβριο αναμένεται αύξηση 13% στις προγραμματισμένες θέσεις. Για τον Οκτώβριο παρατηρείται μία αύξηση 18,8%. Οι εκτιμήσεις, λοιπόν, για το 2017 είναι ότι οι αφίξεις θα ξεπεράσουν τα 30 εκατ., με τα έσοδα να κυμαίνονται μεταξύ των 14,5 και 15 δισ. ευρώ.

Οι παραπάνω θετικές εξελίξεις του 2017 συνέβαλαν κατά το υπουργείο  στον εντονότερο ρυθμό αύξησης θέσεων εργασίας που έχει καταγραφεί από τον Ιανουάριο του 2000, δημιουργώντας περισσότερες ελπίδες για μείωση του σημαντικά υψηλού ποσοστού ανεργίας στην Ελλάδα.

Έτσι, στη διάρκεια του πρώτου εξαμήνου 2017 είχαμε σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ αύξηση του αριθμού των απασχολουμένων κατά 126 άτομα και μείωση του αριθμού των ανέργων κατά 100.000 άτομα, με συνέπεια το ποσοστό ανεργίας να πέσει τον Ιούνιο στο 21,2% από 23,5% που ήταν το ίδιο διάστημα του 2016 και από 26,7% που ήταν αντίστοιχα το 2014. Συνολικά, στο διάστημα της τρέχουσας διακυβέρνησης από τον Ιανουάριο 2015 έως τον Ιούνιο 2017 έχουμε τη δημιουργία 239.000 καθαρών θέσεων εργασίας και τη μείωση των ανέργων κατά 211.000 άτομα. Παρομοίως, σύμφωνα με την ΕΡΓΑΝΗ, οι νέες θέσεις μισθωτής απασχόλησης στον ιδιωτικό τομέα που δημιουργήθηκαν το α’ επτάμηνο 2017 έφθασαν το επίπεδο ρεκόρ των 263.145, ήταν δηλαδή 4% περισσότερες από το ίδιο διάστημα του 2016 και 39% περισσότερες αντίστοιχα από αυτές του 2014.2

Η ανάκαμψη της οικονομίας αρχίζει να αποτυπώνεται και στις εισοδηματικές εξελίξεις, με το υπουργείο να υποστηρίζει πως το Ακαθάριστο Εθνικό Διαθέσιμο Εισόδημα τη τελευταία τριετία 2014-2017 ανακάμπτει (2,4%), αλλά και στη ρευστότητα στην οικονομία, η οποία βελτιώνεται με το κόστος δανεισμού του ιδιωτικού τομέα να μειώνεται σταδιακά.

Το υπουργείο αναφέρει στην έκθεσή του πως η μακρά περίοδος κάμψης των ιδιωτικών καταθέσεων που τροφοδότησε η ύφεση, η ανεργία, η μείωση των αμοιβών και η αύξηση της φορολογίας, σταμάτησε μέσα στο 2017 χάρις στην οικονομική αναζωογόνηση που λαμβάνει χώρα και είναι ιδιαίτερα εμφανής μετά τον Απρίλιο με τους επόμενους μήνες να προβλέπονται περαιτέρω ανοδικοί λόγω ενίσχυσης της βιομηχανίας, του τουριστικού ρεύματος και γενικότερα των ρυθμών ανάπτυξης.

Καταλήγοντας η έκθεση σημειώνει πως αν η οικονομία δεν είχε τα βαρίδια των χρεών, τότε η ανάκαμψη θα αποτελούσε μία σχετικά πιο εύκολη υπόθεση. Η έκθεση υπογραμμίζει πως δημόσιο χρέος σαν ποσοστό του ΑΕΠ υποχώρησε ελαφρά από 180% το 2014 σε 176% το πρώτο τρίμηνο 2017, ενώ το ιδιωτικό χρέος υποχώρησε κατά 10 εκατοστιαίες μονάδες από 147% το 2012 σε 137% του ΑΕΠ το 2016.

Από την άποψη αυτή αναφέρεται πως έχει μεγάλη σημασία το ότι τα τελευταία χρόνια έχει αρχίσει η διαδικασία απομόχλευσης, δηλαδή περιορισμού των χρεών, τόσο των ιδιωτών όσο και του δημοσίου και η οποία θα ενισχυθεί με την διευθέτηση των «κόκκινων δανείων» και την ελάφρυνση του δημοσίου χρέους).