Η σταδιακή προσέγγιση που υιοθετούν για την Ελλάδα οι εποπτικές αρχές, οι τράπεζες και η κυβέρνηση δεν αρκεί για να θεραπευτεί το τραπεζικό σύστημα της χώρας που νοσεί βαριά, αναφέρει σε δημοσίευμά του το Bloomberg, εκτιμώντας ότι απαιτούνται πιο δραστικές λύσεις.

Σε αυτές περιλαμβάνονται προληπτικές ανακεφαλαιοποιήσεις, bad bank και χρήση κρατικών κεφαλαίων προκειμένου να σταθούν στα πόδια τους τα πιστωτικά ιδρύματα που έχουν υποστεί απώλειες 32% στο χρηματιστήριο φέτος.

«Δεν υπάρχει εύκολη λύση: η αγορά έχει στερέψει από χρήματα και υπομονή» αναφέρει ο έγκριτος αρθρογράφος Φερντινάντο Τζουλιάνο, ο οποίος τονίζει ότι το ελληνικό δράμα δεν έχει περάσει, όπως αποδεικνύεται από την πρόσφατη περιπέτεια των τραπεζών. 

«Οι πληγές των τραπεζών από την κρίση παραμένουν ανοιχτές, αφού τα μισά περίπου δάνεια δεν εξυπηρετούνται –το υψηλότερο ποσοστό σε όλη την Ευρωζώνη. Ένα μεγάλο ποσοστό των κεφαλαίων των τραπεζών είναι αναβαλλόμενοι φόροι, γεγονός που προβληματίζει ιδιαίτερα τους επενδυτές», σημειώνει.

Εκτιμά δε ότι μεταξύ των τραπεζών υπάρχουν διαφορές: η Τράπεζα Πειραιώς βρίσκεται στην πιο δεινή θέση, ενώ η Εθνική Τράπεζα και η Eurobank είναι σε πολύ καλύτερη κατάσταση. Αυτά, όμως, είναι ψιλά γράμματα για τους επενδυτές: οι τραπεζικές μετοχές έχουν χάσει το 32% της αξίας τους φέτος. Ακόμη και η Eurobank διαπραγματεύεται με ένα στρεβλό discount 77% σε σύγκριση με τη λογιστική αξία των στοιχείων ενεργητικού της. 

Μέρος της ευθύνης βαραίνει και τους Επόπτες, αναφέρει το δημοσίευμα. Στις αρχές του 2018, ο εποπτικός βραχίονας της ΕΚΤ (SSM) υπέβαλε σε ειδικό stress test τις ελληνικές τράπεζες, από το οποίο βγήκαν «καθαρές». Μόνο η Τράπεζα Πειραιώς κρίθηκε ότι πρέπει να ενισχύσει τα κεφάλαιά της, κατά 500 εκατ. ευρώ. Μετά την επιδείνωση των συνθηκών στην αγορά, όμως, δυσκολεύεται να ικανοποιήσει αυτή την απαίτηση.

Μέχρι στιγμής, η ΕΚΤ εφαρμόζει μια σταδιακή προσέγγιση, θέτοντας σταδιακούς στόχους μείωσης των μη εξυπηρετούμενων δανείων. Οι τράπεζες έχουν σε μεγάλο βαθμό εκπληρώσει τους στόχους, αλλά τα χειρότερα δεν έχουν έρθει ακόμη, προειδοποιεί. Επιπλέον, η ΕΚΤ ζητά από τα ιδρύματα να μειώσουν τον δείκτη των NPEs κάτω από το 20%, κατά μέσο όρο, έως τα τέλη του 2021. Οι αναλυτές, όμως, εμφανίζονται επιφυλακτικοί όσον αφορά στο κατά πόσο οι στόχοι αυτοί είναι εφικτοί, με την Τράπεζα Πειραιώς και την Alpha Bank να είναι οι πιο αδύναμοι κρίκοι. Σε περίπτωση δε αύξησης των προβλέψεών τους, η αναιμική τους κερδοφορία θα δεχθεί νέο πλήγμα.

Το ελληνικό τραπεζικό σύστημα πρέπει να επιταχύνει τον βηματισμό του, διαφορετικά κινδυνεύει να παραμείνει ευάλωτο σε μια νέα κρίση. Η πιο επιτακτική πρόκληση σήμερα είναι να σταματήσει η «αιμορραγία» της Τράπεζας Πειραιώς, η οποία έχει χάσει πάνω από το 60% της κεφαλαιοποίησής της φέτος. Εάν δεν κατορθώσει αν εκδώσει τίτλους χαμηλής εξασφάλισης (subordinated debt), δεν θα εκπληρώνει τις κεφαλαιακές της απαιτήσεις με κίνδυνο να μην επιβιώσει.

Αυτό που χρειάζεται να γίνει σήμερα είναι η κυβέρνηση να εξετάσει μια πιο δραστική λύση με τη μορφή μιας προληπτικής ανακεφαλαιοποίησης. Με αυτόν τον τρόπο, θα υποστούν ζημιές ομολογιούχοι χαμηλής εξασφάλισης και το Κράτος θα πρέπει να βάλει το χέρι στην τσέπη, αλλά τουλάχιστον θα αντιμετωπιστεί ο πιο αδύναμος κρίκος του συστήματος.

Η Αθήνα, όμως, θα πρέπει να εξετάσει και άλλες λύσεις, όπως η σύσταση μιας «κακής τράπεζας» (bad bank) στην οποία οι τράπεζες θα μπορούν να μεταβιβάσουν ένα μέρος των κόκκινων δανείων. Οι πωλήσεις των επισφαλών απαιτήσεων θα πρέπει να γίνουν στην αγοραία τιμή, γεγονός που συνεπάγεται ζημιές για τις επιμέρους τράπεζες. Το Κράτος από την άλλη, θα πρέπει να διαθέσει σημαντικά κεφάλαια τόσο για το αρχικό μετοχικό κεφάλαιο της bad bank, όσο και για την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών που δεν θα κατορθώσουν να αντλήσουν ρευστότητα από την αγορά.

Η λύση αυτή έχει, βέβαια, μειονεκτήματα. Η κυβέρνηση έχει ένα μαξιλάρι ρευστότητας με το οποίο θα μπορούσε να χρηματοδοτήσει την εξυγίανση του τραπεζικού συστήματος. Το μαξιλάρι αυτό, όμως, έχει μπει στην άκρη με έναν σκοπό: να διαβεβαιώσει τους επενδυτές ότι η Ελλάδα διαθέτει τους αναγκαίους πόρους για να αντιμετωπίσει τυχόν αναστάτωση στις αγορές που δεν θα τις επιτρέπουν να δανειστεί. Η χρήση αυτού του αποθέματος ρευστότητας να επιτείνει τις ανησυχίες εκ μέρους των επενδυτών.
Επιπλέον, οποιαδήποτε δημόσια παρέμβαση θα ενισχύσει τον ρόλο του Κράτους στο τραπεζικό σύστημα. Οι ιδιώτες επενδυτές θα υποστούν σημαντικές ζημιές, και δεν θα είναι η πρώτη φορά –οπότε είναι πιθανό πολλοί να γυρίσουν για πάντα πλάτη στην Ελλάδα.
Παρ’ όλα αυτά, η σταδιακή προσέγγιση που υιοθετείται προς ώρας το μόνο που κάνει είναι να καθυστερεί το αναπόφευκτο. Σε αντίθεση με την Ιταλία, όπου η τραπεζική κρίση είχε τις ρίζες της σε συγκεκριμένες τράπεζες, οι ελληνικές τράπεζες υπομένουν στο σύνολό τους τις σφοδρές επιπτώσεις της κρίσης. Αυτό σημαίνει ότι είναι αναγκαίο να κοπούν οι δεσμοί με το παρελθόν και, εάν χρειαστεί, να χρησιμοποιηθούν κρατικά κεφάλαια με «χαλάρωση» των κανονισμών της ΕΕ για την κρατική βοήθεια. Μόνο έτσι θα κατορθώσει ο ελληνικός τραπεζικός κλάδος να κερδίσει ξανά επενδυτές.