Εκτενή συνέντευξη στην Deutsche Welle, παραχωρεί ο ειδικός στο θέμα των γερμανικών πολεμικών επανοθρώσεων, Καρλ Χάιντς Ροτ, στην οποία εκτιμά πως Ελλάδα και Πολωνία, οφείλουν να δράσουν συντονισμένα αν θέλουν να έχουν τύχη στο συγκεκριμένο θέμα.

Ο Γερμανός γιατρός και ιστορικός, είναι συγγραφέας του βιβλίου «Το χρέος των επανορθώσεων. Υποθήκες της γερμανικής κατοχικής κυριαρχίας στην Ελλάδα και την Ευρώπη» και με αφορμή την πρόσφατη επίσκεψη της Μέρκελ στην Βαρσοβία, σημειώνει «αν και ασχολήθηκα έντονα με την περίπτωση της Ελλάδας και έγραψα ειδικά για αυτήν, πολύ νωρίς κατάλαβα ότι επρόκειτο για ένα γενικότερο πρόβλημα. Πρόκειται για ένα θέμα που συναντά κανείς το ίδιο, αν όχι περισσότερο έντονα, και στην Πολωνία και το οποίο αφορά εν τέλει όλη την Ευρώπη».

Ο Ροτ διαχωρίζει τις επιδιώξεις των Ναζί σε κάθε χώρα «πρέπει να πούμε ότι οι καταστροφές στην Πολωνία σε ό,τι αφορά τις απώλειες στον πληθυσμό σε σχέση με τα δημογραφικά και οικονομικά μεγέθη ήταν γενικά μεγαλύτερες. Η καταστροφή στην Πολωνία διαφέρει από την Ελλάδα κυρίως επειδή οι Γερμανοί στην Πολωνία ενήργησαν βάση ενός συστηματικού σχεδιασμού στο πλαίσιο του Γενικού Σχεδίου Ανατολής. Ήθελαν να εκγερμανίσουν την Πολωνία με αναγκαστικές εκτοπίσεις πληθυσμών από τις περιοχές που προσαρτούσαν και εκγερμανίζοντας τη διοίκηση της χώρας. Eπρόκειτο για ένα συστηματικό σχέδιο εξόντωσης, που οδήγησε στη ριζοσπαστικοποίηση της πολιτικής τρόμου και το οποίο μπορεί να συγκριθεί εν μέρει, μόνο ως προς την κλίμακά του, με την κατοχή σοβιετικών εδαφών και ως έναν βαθμό της Γιουγκοσλαβίας. Την Ελλάδα η Γερμανία δεν ήθελε να την εκγερμανίσει. Ήθελαν μόνο να δημιουργήσουν ναυτικές και αεροπορικές βάσεις στη Θεσσαλονίκη και την Κρήτη. Αναζητούσαν λοιπόν ένα είδος συνεργασίας με την Ελλάδα. Ήρθαν όμως αντιμέτωποι εκεί με μια δυνατή αντίσταση που δεν την περίμεναν. Το κεφάλαιο της αντίστασης είναι ένα κοινό στοιχείο μεταξύ Ελλάδας και Πολωνίας». Eπίσης ένα ακόμη κοινό σημείο που επισημαίνει ο Καρλ Χάιντς Ροτ μεταξύ των δύο χωρών είναι ότι μεταπολεμικά αμφότερες «είχαν την τύχη των λεγόμενων μικρών συμμάχων. Με άλλα λόγια, είχαν τεθεί στο περιθώριο (σσ: από τις μεγάλες δυνάμεις) στην πολιτική περί αποζημιώσεων και αυτό διήρκεσε μέχρι σήμερα.»

Ακόμα τάσσεται κατηγορηματικά κατά του συμψηφισμού των επανορθώσεων με τα χρέη των χωρών, τονίζοντας

«Πράγματι κι εγώ το πίστευα αυτό, μέχρι να γράψω το τελευταίο βιβλίο μου. Πλέον εκτιμώ ότι πρόκειται για δύο διαφορετικά ζητήματα. Η πολεμική αποζημίωση είναι εν τέλει ηθικό ζήτημα. Φυσικά και είναι οικονομικά τεκμηριωμένη και υπολογίζεται βάσει του διεθνούς δικαίου. Υπάρχει μια διεθνώς αναγνωρισμένη αξίωση για καταβολή πολεμικών επανορθώσεων, καθώς και ατομικές αξιώσεις για αποζημιώσεις. Αλλά αυτό είναι ένα θέμα που δεν θα πρέπει να συνδέεται με τα σημερινά οικονομικά προβλήματα» εκτιμά ο Γερμανός ειδικός, υπογραμμίζοντας ότι το θέμα της διεκδίκησης πολεμικών επανορθώσεων δεν θα πρέπει να γίνει αντικείμενο «εμπορευματοποίησης». Αντίθετα, όπως εκτιμά, θα πρέπει όλες οι πλευρές να μπουν σε έναν διάλογο με ανοιχτά χαρτιά, ειλικρίνεια και χωρίς τακτικισμούς. «Διότι είναι η τελευταία ευκαιρία για να λυθεί το πρόβλημα. Και για τον λόγο αυτό αυτό θα πρέπει να αντιμετωπιστεί ανοιχτά από όλες τις πλευρές» σημειώνει.

Όσο για το εκτιμώμενο ύψος των οφειλών, ο ίδιος σημειώνει: «Τα νούμερα είναι πολύ υψηλά. Εξάπτουν τη φαντασία κι έτσι δημιουργούν αμυντικά αντανακλαστικά σε πολλούς. (…) Σύμφωνα με την επιτροπή του ελληνικού κοινοβουλίου οι ελληνικές διεκδικήσεις ανέρχονται στα 380 δις ευρώ (…). Oι Πολωνοί ζητούν περίπου τα διπλάσια. Κατά περιόδους η Πολωνία κάνει λόγο για ένα τρισεκατομμύριο», αναφέρει ο ίδιος. Επισημαίνει πάντως ότι, ενώ οι δικοί του υπολογισμοί στην περίπτωση της Πολωνίας συγκλίνουν με τις επίσημες διεκδικήσεις, στην περίπτωση της Ελλάδας το επίδικο ποσό υπολογίζεται χαμηλότερο».

Καταλήγοντας, υπογραμμίζει: «Η γερμανική κυβέρνηση δεν φοβάται τίποτα περισσότερο από μια κοινή προσέγγιση των λεγόμενων μικρών συμμάχων, δηλαδή τις χώρες που είχαν υποστεί δεινά κάτω από τη γερμανική κατοχή στην Ανατολική, Κεντρική και Νοτιοανατολική Ευρώπη». Ο ίδιος μάλιστα προτείνει αυτές οι χώρες να προσφύγουν στην Επιτροπή Διαιτησίας του ΟΑΣΕ, στον οποίο συμμετέχουν και χώρες που δεν είναι μέλη της ΕΕ,προκειμένου να θέσουν το ζήτημα των πολεμικών επανορθώσεων προς διαπραγμάτευση «ως προσθήκη στη Συνθήκη 2 συν 4».

«Η Ελλάδα και η Πολωνία είναι πρωταγωνιστές αυτής της διαδικασίας. Άλλες χώρες παραιτήθηκαν. Η Τσεχία για παράδειγμα δήλωσε ότι δεν θα υποστηρίξει την Πολωνία- παρεμπιπτόντως κατά την επίσκεψη κορυφαίου Γερμανού αξιωματούχου στην χώρα. Πιστεύω ότι καμία χώρα μόνη της, ούτε η Ελλάδα, ούτε η Πολωνία,μπορεί να θέσει υπό πίεση την ηγεμονική δύναμη της Γερμανίας -γιατί η Γερμανία είναι η ηγεμονική δύναμη της Ευρώπης-  ώστε να έρθει σε συμφωνία για τέτοιου είδους διαφορές. Έτσι, κατά κάποιον τρόπο πρέπει να υπάρξει μια συντονισμένη προσπάθεια.Μόνο τότε μπορεί να υπάρξει μια ευκαιρία», αναφέρει ο Καρλ Χάιντς Ροτ.

ΠΗΓΗ: dw.com