Πρωτογενές πλεόνασμα 4,5% του ΑΕΠ προβλέπει για εφέτος το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή στην τριμηνία έκθεσή του για την ελληνική οικονομία που παρουσιάστηκε σήμερα από τον συντονιστή του Γραφείου Φραγκίσκο Κουτεντάκη. Κατά το Γραφείο Προϋπολογισμού οι δημοσιονομικές επιδόσεις δεν αποτελούν λόγο εφησυχασμού, καθώς εκλογικός κύκλος και δικαστικές αποφάσεις, δημιουργούν ρίσκα.

Το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή έχοντας επεξεργαστεί τα δεδομένα από την εκτέλεση του προϋπολογισμού στο 9μηνο , έχει διαπιστώσει πως το πρωτογενές πλεόνασμα είναι υψηλότερο κατά 1 δισ. ευρώ σε σχέση με πέρυσι.

Σύμφωνα με τον Φραγκίσκο Κουτεντάκη πέραν των δημοσιονομικών επιδόσεων η ελληνική οικονομία διατηρεί δυναμική και στο τρίτο τρίμηνο του έτους, με θετικό ρυθμό ανάπτυξης, την ανεργία σε πτωτική τροχιά και αύξηση των μισθών.

Ο ίδιος πάντως εμφανίσθηκε να ανησυχεί για αβεβαιότητες που παρουσιάζονται στον ορίζοντα και έχουν να κάνουν με τον εκλογικό κύκλο, τις δικαστικές αποφάσεις, το διεθνές περιβάλλον, το κόστος δανεισμού του δημοσίου, αλλά και σκάνδαλα που βλάπτουν την εικόνα τη Ελλάδος στο εξωτερικό.

Για τα ρίσκα αυτά η έκθεση του Γραφείου Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή αναφέρει τα εξής:

1. Διεθνές περιβάλλον. Η περαιτέρω κλιμάκωση των εμπορικών εντάσεων θα μπορούσε να οδηγήσει σε επιβράδυνση της ανάπτυξης της παγκόσμιας οικονομίας και κατ’ επέκταση να επηρεάσει αρνητικά τις εξαγωγές και τον ρυθμό μεγέθυνσης της ελληνικής οικονομίας. Η συνέχιση των αναταράξεων στις διεθνείς χρηματοπιστωτικές αγορές εξαιτίας ταχύτερης ανόδου των αμερικανικών επιτοκίων και ανατίμησης του δολαρίου και οι συνεπακόλουθες αρνητικές επιπτώσεις στις αναδυόμενες οικονομίες που έχουν μεγάλο μέρους του χρέους τους εκφρασμένο σε δολάρια καθώς και η συνέχιση των εντάσεων στις σχέσεις ΕΕ-Ιταλίας θα μπορούσαν να αυξήσουν την αποστροφή κινδύνου των διεθνών επενδυτών. Κάτι τέτοιο θα είχε αρνητικές επιπτώσεις, καθώς θα οδηγούσε σε αύξηση του κόστους εξυπηρέτησης του ελληνικού δημόσιου χρέους, γεγονός που θα αποθάρρυνε νέες εκδόσεις ομολόγων και θα δρούσε ανασταλτικά στην προσέλκυση ξένων επενδύσεων.

2. Υψηλό κόστος δανεισμού. Οι αποδόσεις των δεκαετών ομολόγων παραμένουν πάνω από το 4% κυρίως λόγω της Ιταλίας. Παρά τις υψηλές αποδόσεις, η ύπαρξη του ταμειακού αποθέματος ασφαλείας διασφαλίζει την κάλυψη των χρηματοδοτικών αναγκών της γενικής κυβέρνησης για διάστημα τουλάχιστον δύο ετών και επιτρέπει την προσεκτική και καλά σχεδιασμένη επάνοδο στις διεθνείς αγορές κεφαλαίου. Ωστόσο, αυτό δεν θα πρέπει να οδηγήσει σε εφησυχασμό καθώς η επιστροφή στις διεθνείς αγορές με βιώσιμους όρους είναι το τελικό κριτήριο για το εάν τελικά η χώρα θα καταφέρει να ξεπεράσει οριστικά την μακρόχρονη κρίση. Επιπρόσθετα, οι αποδόσεις των τίτλων του δημοσίου επηρεάζουν το σύνολο των εγχώριων επιτοκίων και διατηρούν σε υψηλά επίπεδα το κόστος δανεισμού των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών, δρώντας αποτρεπτικά για την υλοποίηση των επενδυτικών σχεδίων.

Συμπληρωματικά σε αυτό, το υψηλό απόθεμα μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων των τραπεζών, περιορίζει τις δυνατότητες του τραπεζικού συστήματος να χρηματοδοτήσει τις εγχώριες επενδύσεις και την ανάκαμψη της οικονομίας. Το ενδεχόμενο μιας βραδύτερης από την αναμενόμενη αύξησης των επενδύσεων το 2019, σε συνδυασμό με μία ταχύτερη επιβράδυνση της εξωτερικής ζήτησης για τα εγχώρια αγαθά και υπηρεσίες θα μπορούσε να οδηγήσει σε επιβράδυνση των ρυθμών ανάπτυξης για το επόμενο έτος.

3. Δικαστικές αποφάσεις. Σημαντική πηγή αβεβαιότητας αποτελεί και η κλιμάκωση των δημοσιονομικών πιέσεων υπό το βάρος δικαστικών αποφάσεων που ακυρώνουν εφαρμοσμένες μισθολογικές και συνταξιοδοτικές ρυθμίσεις. Η πρόσφατη νομοθετική παρέμβαση για καταβολή των αναδρομικών ποσών σε μισθωτούς και συνταξιούχους των ειδικών μισθολογίων που προέκυψαν από τις δικαστικές αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας αποτελεί μια πράξη συμμόρφωσης στη συνταγματική νομιμότητα. Ωστόσο, προκύπτουν ζητήματα ίσης μεταχείρισης καθώς δεν είναι απόλυτα σαφές γιατί οι μισθολογικές και συνταξιοδοτικές περικοπές ήταν συνταγματικές σε κάποιες κατηγορίες δημόσιων λειτουργών αλλά αντισυνταγματικές σε κάποιες άλλες. Αυτό με τη σειρά του μπορεί να εγείρει επιπλέον δικαστικές διεκδικήσεις από άλλες κατηγορίες μισθωτών ή συνταξιούχων με σημαντικό δημοσιονομικό ρίσκο.

4. Εκλογικός κύκλος. Η αβεβαιότητα αυτή θα μπορούσε να ενισχυθεί λαμβάνοντας υπόψη ότι η ελληνική οικονομία εισέρχεται σε εκλογικό κύκλο με εντεινόμενο πολιτικό ανταγωνισμό ο οποίος μπορεί να στείλει αντιφατικά μηνύματα όσον αφορά τις δεσμεύσεις της οικονομικής πολιτικής και να διαταράξει τις ευνοϊκές προσδοκίες που έχουν διαμορφωθεί.

5. Εταιρικές «ατασθαλίες». Μια ακόμα εστία αβεβαιότητας προέκυψε από πρόσφατες υποθέσεις που έλαβαν ιδιαίτερη δημοσιότητα και σε διεθνές επίπεδο. Αυτές αφορούν στις δημοσιευμένες λογιστικές καταστάσεις της εισηγμένης εταιρείας Folli Follie και την παραβίαση των κεφαλαιακών ελέγχων της Κίνας από ελληνική επιχείρηση με τη χρήση των συστημάτων πληρωμών POS ελληνικής συστημικής τράπεζας. Τέτοιες υποθέσεις δημιουργούν αμφιβολίες για τις διαδικασίες εταιρικής διακυβέρνησης και την επάρκεια των εποπτικών αρχών και δεν συνεισφέρουν στην εμπέδωση κλίματος εμπιστοσύνης στην οικονομία.