Στην επισήμανση πως όσο παρατείνεται η περίοδος μη ομαλής χρηματοδότησης της Ελλάδος από τις αγορές, αυξάνεται και η πιθανότητα πως τελικά η χρηματοδότηση της χώρας θα γίνει με δυσχέρεια, προχώρησε σήμερα ο Γενικός Διευθυντής του ΙΟΒΕ καθηγητής Νίκος Βέττας, παρουσιάζοντας την τριμηνιαία έκθεση του ιδρύματος για την ελληνική οικονομία.

Το ΙΟΒΕ προβλέπει ανάπτυξη στην Ελλάδα το 2018 στην περιοχή του 2% και εκτιμά πως η τόνωση της εγχώριας οικονομικής δραστηριότητας θα προέλθει κυρίως από άνοδο των εξαγωγών (+8,0%). Στην ίδια βάση προβλέπει μικρή επιτάχυνση της ανάπτυξης το 2019, κοντά στο 2,4%, κάτι που εκτιμά πως θα προέλθει από την κλιμάκωση της επενδυτικής δραστηριότητας (+12-14%) και της ιδιωτικής κατανάλωσης (+1,4%).

Ο Γενικός Διευθυντής του ΙΟΒΕ καθηγητής Νίκος Βέττας ανάφερε στα πλαίσια της παρουσίασης πως τα ποιοτικά χαρακτηριστικά της προσαρμογής που έλαβε χώρα στην Ελλάδα δημιουργούν προβληματισμό και καθιστούν το επόμενο διάστημα κρίσιμο για την πορεία που θα έχει μεσοπρόθεσμα η οικονομία. «Ο προβληματισμός προκύπτει κυρίως από το ότι η προσαρμογή επιτεύχθηκε κυρίως μέσω ύφεσης και όχι μέσω του δομικού μετασχηματισμού της οικονομίας. Οι ρυθμοί μεγέθυνσης που καταγράφονται, αν και θετικοί, υπολείπονται του επιπέδου που θα σηματοδοτούσε σύγκλιση με την ευρωζώνη», είπε.

Ενδεικτικά τόνισε πως στο εξωτερικό ισοζύγιο η αύξηση των εξαγωγών θα πρέπει να είναι πολύ εντονότερη ώστε να καλύψει και την αναπόφευκτη αύξηση των εισαγωγών, ενώ στο επίπεδο της ανταγωνιστικότητας, υπάρχει ο κίνδυνος η αύξηση της αμοιβής της εργασίας να οδηγήσει σε οπισθοδρόμηση, στο βαθμό που δεν υπάρχει σημαντική βελτίωση της παραγωγικότητας και του επιχειρηματικού περιβάλλοντος.

«Ενώ υπάρχει βάση για μια θετική εξέλιξη της οικονομίας, αυτή δεν θα είναι αυτόματη και σε καμία περίπτωση εξασφαλισμένη. Κεντρική σημασία θα έχει το πότε και με ποιους όρους θα επιτευχθεί η ουσιαστική πρόσβαση στις αγορές για τη χρηματοδότηση της οικονομίας που τώρα είναι αναιμική. Η οικονομία κινείται σε μια ενδιάμεση περιοχή όπου δεν υπάρχει πλέον η προστασία των προγραμμάτων αλλά και δεν έχει ακόμη επιτευχθεί η πρόσβαση στις αγορές», σημείωσε σχετικά.

Στο σημείο αυτό ο κ. Βέττας ανέφερε πως η ύπαρξη του λεγόμενου «μαξιλαριού ασφαλείας» δεν μπορεί να προκαλεί εφησυχασμό. «Όσο παρατείνεται η περίοδος μη ομαλής χρηματοδότησης, αυξάνεται και η πιθανότητα πως τελικά η χρηματοδότηση θα γίνει με δυσχέρεια. Εξίσου σημαντικό, το ζήτημα είναι η συνολική χρηματοδότηση της οικονομίας των επιχειρήσεων, τραπεζών και νοικοκυριών, και όχι μόνο του δημόσιου τομέα», ξεκαθάρισε.

Ο ίδιος υιοθέτησε προειδοποιητικό τόνο και για τα δημοσιονομικά μεγέθη. Όπως είπε σε δημοσιονομικό επίπεδο είναι πλέον σαφές ότι, ενώ η επίτευξη σημαντικού πλεονάσματος ενισχύει καταρχήν την αξιοπιστία της οικονομικής πολιτικής, το γεγονός ότι το πλεόνασμα δεν χρηματοδοτείται κυρίως μέσω ανάπτυξης αλλά, αντίθετα, αντανακλά μείγμα μη συμβατό με ισχυρή ανάπτυξη μεσοπρόθεσμα, δυσχεραίνει και τους όρους εξωτερικής χρηματοδότησης της οικονομίας.

«Προβληματίζει το χαμηλό επίπεδο των δημοσίων επενδύσεων, η μείωση της αξίας των ακινήτων λόγω στρεβλωτικών χαρακτηριστικών του σχετικού φόρου, και η υπερβολική επιβάρυνση της εργασίας μέσω ασφαλιστικών εισφορών, στο πλαίσιο μιας ευρύτερης και απαραίτητης μεταρρύθμισης στο σύστημα συντάξεων», σημείωσε.

Ο επικεφαλής του ΙΟΒΕ με απογοήτευση υπογράμμισε πως η δημόσια συζήτηση και η πολιτική αντιπαράθεση κυριαρχούνται από μόνο ένα ζήτημα, το ενδεχόμενο να αναβληθεί ή να ακυρωθεί η προγραμματισμένη περικοπή μέρους των συντάξεων για παλαιούς συνταξιούχους.

«Το ζητούμενο θα έπρεπε να είναι η δημιουργία προϋποθέσεων, ώστε στο επόμενο διάστημα να γίνει δυνατή η σταδιακή αύξηση όλων των συντάξεων ανάλογα με την αύξηση και των μισθών και τη μεγέθυνση της οικονομίας», είπε και προσέθεσε πως οι όποιες κινήσεις στην οικονομική πολιτική δεν πρέπει να δημιουργούν την αίσθηση ότι αυτή θα κινηθεί προς δημοσιονομικά ανεύθυνες ή προς αντιαναπτυξιακές κατευθύνσεις. «Εάν συμβεί αυτό, η όποια αναβολή στη μείωση των συντάξεων θα είναι ιδιαίτερα βραχύβια και η περικοπή θα καταστεί αναπόφευκτη πολύ σύντομα, ενώ η αναβολή θα έχει ενδιάμεσα και ευρύτερες επιπτώσεις στην οικονομία», τόνισε.

Τέλος, είπε πως καθώς η χώρα εισέρχεται σε εκλογικό κύκλο, και με τη γενικότερα εμπειρία που τείνει να επιβαρύνει την οικονομία μέσω αύξησης της αβεβαιότητας και αναβολής αναγκαίων δημοσιονομικών ή άλλων τομών, θα πρέπει να μην λησμονείται η κρίσιμη συγκυρία και τα χαρακτηριστικά της ανάπτυξης που την καθιστούν εύθραυστη.

«Η αίσθηση εγρήγορσης θα πρέπει να είναι ακόμη περισσότερο έντονη με δεδομένο πως στο διεθνές και ευρωπαϊκό περιβάλλον δεν αποκλείεται επιδείνωση στο επόμενο διάστημα ή ακόμη και στοιχεία κρίσης», κατέληξε ο κ. Βέττας.