Σημαντικές αλλαγές στον εξωδικαστικό μηχανισμό ρύθμισης ληξιπρόθεσμων οφειλών των επιχειρήσεων φέρνει η τροπολογία του υπουργίας Οικονομίας που κατατέθηκε στη Βουλή και προβλέπει την παράταση λειτουργίας του μηχανισμού για έναν ακόμα χρόνο, δηλαδή έως το τέλος του 2019.

Παρά τις αρχικές ενστάσεις που είχαν διατυπώσει οι θεσμοί, οι οποίοι δεν έβλεπαν θετικά την παράταση της διαδικασίας για έναν ακόμα χρόνο, η ελληνική κυβέρνηση κατάφερε, με τα στοιχεία που παρουσίασε, να πείσει τόσο για την αναγκαιότητα του μέτρου όσο και για τις βελτιώσεις που απαιτούνται με στόχο την επιτάχυνση των διαδικασιών αλλά και τη διευκόλυνση της πρόσβασης των επιχειρήσεων στα ευνοϊκά οφέλη του Νόμου.

Στις αλλαγές που προβλέπονται περιλαμβάνεται η επέκταση της δυνατότητας περισσότερων οφειλετών να ρυθμίσουν διμερώς τις οφειλές τους προς το Δημόσιο και τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης. Αυτό σημαίνει ότι επεκτείνεται το πεδίο εφαρμογής του Νόμου και καταλαμβάνει τόσο τους οφειλέτες που έχουν οφειλές προς το δημόσιο τομέα, οι οποίες αντιπροσωπεύουν τουλάχιστον 15% επί του συνόλου των οφειλών τους, όσο και οφειλέτες οι οποίοι υπέβαλαν αίτημα για την συνολική εξωδικαστική διευθέτηση των οφειλών τους, αλλά η διαδικασία διαπραγμάτευσης απέβη άκαρπη, εξαιτίας μη επίτευξης απαρτίας των πιστωτών και συγκεκριμένα λόγω άρνησης συμμετοχής σε αυτόν από πιστωτές του ιδιωτικού τομέα.

Παράλληλα αυξάνεται το όριο των οφειλών για τις οποίες μπορεί να τηρηθεί απλοποιημένη (δηλαδή αυτοματοποιημένη) διαδικασία ρύθμισης, με τυποποιημένη πρόταση ρύθμισης και τυποποιημένη αξιολόγηση βιωσιμότητας, από τις 50.000 που είναι σήμερα στις 300.000 ευρώ. Στόχος της αλλαγής αυτής είναι η να επιτυγχάνεται η παροχή ρυθμίσεων μέσω του εξωδικαστικού συμβιβασμού προς περισσότερους αιτούντες οφειλέτες και με ταχύτερους ρυθμούς, δηλαδή μια fast-track διαδικασία.

Επιπλέον στο εξής θα παρέχεται η δυνατότητα στον πιστωτή να εξαιρέσει τις μη επιχειρηματικές οφειλές (π.χ. ύπαρξη στεγαστικού δανείου του επιχειρηματία) από τον εξωδικαστικό. Αυτές οι οφειλές ήταν  που πολλές φορές οδηγούσαν τις τράπεζες σε μη συμμετοχή στη διαδικασία,  με αποτέλεσμα να απέβαινε άκαρπη. Πλέον θα δίδεται η δυνατότητα στον πιστωτή να εξαιρέσει αυτή τη μη επιχειρηματική οφειλή, εφόσον κρίνει ότι η ρύθμισή της δεν είναι απαραίτητη για την εξασφάλιση της βιωσιμότητας του οφειλέτη και να συνεχίσει τη διαδικασία με τις υπόλοιπες επιχειρηματικές οφειλές.

Θεσμοθετείται η απαγόρευσης επιβολή μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης (π.χ. κατασχέσεις και πλειστηριασμοί) από πιστωτές μεσούσης της διαδικασίας του εξωδικαστικού μηχανισμού και ενώ είναι ακόμα σε εκκρεμότητα, εξαιτίας της λήψης αλλεπάλληλων παρατάσεων επί των προθεσμιών του νόμου.

Ορίζεται ρητά ότι η ποινική δίωξη για το αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο ή για τα αδικήματα της μη καταβολής ασφαλιστικών εισφορών, αναστέλλεται υποχρεωτικά όταν έχει ξεκινήσει η διαδικασία διαπραγμάτευσης. Η ρύθμιση αποσκοπεί στη διασφάλιση ομαλού κλίματος διαπραγμάτευσης, το οποίο θα διακυβευόταν, αν παράλληλα με τη διαδικασία διαπραγμάτευσης εξελισσόταν ποινική διαδικασία σε βάρος του οφειλέτη, αναφορικά με τις προς ρύθμιση οφειλές.

Προβλέπεται επίσης η απαλλαγή του οφειλέτη από τυχόν ανατροπές της σύμβασης αναδιάρθρωσης από ιδιώτες πιστωτές και συνακόλουθα τον κίνδυνο αναβίωσης των οφειλών του προς το Δημόσιο και τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης όταν έχει ικανοποιήσει πλήρως τους πιστωτές αυτούς.

Επιπλέον σε μεγάλες επιχειρήσεις, ο χαρακτηρισμός ως μικρών πιστωτών ακόμη και αυτών με σημαντικές οφειλές (π.χ. ύψους 1,5 εκατ. ευρώ) που είχε ως αποτέλεσμα να μένουν εκτός ρύθμισης και να επηρεάζουν τη βιωσιμότητα της επιχείρησης. Η τροπολογία προβλέπει ότι μειώνονται τα όρια αυτά, προς όφελος του αιτούντος οφειλέτη, καθώς θα μπορεί να βάλει στη ρύθμιση και απαιτήσεις άνω των 500 χιλιάδων ευρώ, προστατεύοντας παράλληλα τις τυχόν απαιτήσεις εργαζομένων μικρο-προμηθευτών από αναδιάρθρωση.

Τέλος στην τροπολογία υπάρχει πρόβλεψη, ώστε όλες οι  αλλαγές να εφαρμόζονται και σε εκκρεμείς αιτήσεις.