«Εμείς επιδιώκουμε να στείλουμε ένα μήνυμα δημοκρατίας αλληλεγγύης και συνεννόησης, και την ίδια στιγμή να δηλώσουμε με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο ότι δεν αξίζει η μισαλλοδοξίας και ο σκοταδισμός στη Θεσσαλονίκη», τόνισε ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, Δημήτρης Τζανακόπουλος. «Δεν αξίζουν στη Θεσσαλονίκη λαϊκές εκδηλώσεις που δεν σκοπεύουν στη διατύπωση διαμαρτυρίας αλλά σκοπεύουν στο να εμποδίσουν ένα πολιτικό κόμμα», επεσήμανε ο υπουργός Επικρατείας.

Συγκεκριμένα, για τις αντισυγκεντρώσεις ο κ. Τζανακόπουλος διευκρίνισε ότι ο Αλέξης Τσίπρας δεν ανεβαίνει σήμερα στη Θεσσαλονίκη με την ιδιότητα του πρωθυπουργού αλλά θα συμμετάσχει σε μια πολιτική συγκέντρωση του κόμματός του. Σημείωσε μάλιστα πως ουδέποτε στις επισκέψεις του Αλέξη Τσίπρα ως πρωθυπουργού στη Θεσσαλονίκη δεν υπήρξαν αντιδράσεις για τους πολίτες που διαδήλωναν κατά της κυβερνητικής πολιτικής.

«Οι αντισυγκεντρώσεις είναι πρακτικές που δεν μπορούμε να δεχτούμε. Πώς θα σας φαινόταν εάν ο ΣΥΡΙΖΑ έστηνε μια αντισυγκέντρωση για τα μηνύματα που θα στείλει σήμερα ο Κυριάκος Μητσοτάκης στο Συνέδριο της ΝΔ;» διερωτήθηκε ολοκληρώνοντας το σκεπτικό του.

Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος εκτίμησε πως σε κοινωνικό επίπεδο διεξάγεται μια συζήτηση αναφορικά με τη Συμφωνία ανάμεσα σε εκείνους που την αποδέχονται και σε εκείνους που εκφράζουν την ανησυχία τους προσθέτοντας όμως ότι «προκαλούνται εντάσεις από ακραίες δυνάμεις με στόχο τη δημιουργία αποσταθεροποιητικού κλίματος» ενώ κατήγγειλε πως αυτές οι δυνάμεις καλούν σε συγκέντρωση ακόμα και στο εσωτερικό του χώρου όπου θα μιλήσει ο Αλέξης Τσίπρας με στόχο να εμποδίσουν την εκδήλωση.

Σε ερώτηση για τις δηλώσεις του προηγούμενου διαστήματος από την πλευρά του Ζόραν Ζάεφ, είπε πως οι αλλαγές στις οποίες προχώρησε στο Σύνταγμα της χώρας του αποτελούν παραδοχή αστοχίας σε όσα είχε προηγουμένως ισχυριστεί. Ο κ. Τζανακόπουλος πάντως εκτίμησε ότι οι επίμαχες δηλώσεις του πρωθυπουργού της πΓΔΜ μεγαλοποιήθηκαν και σε ένα βαθμό διαστρεβλώθηκαν.

Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος σημείωσε ακόμη πως «η Συμφωνία των Πρεσπών είναι ιστορική καθώς λύνει το τελευταίο ταυτοτικό των Βαλκανίων» και υπογράμμισε την προσήλωση των γειτόνων μας σε αυτή τη Συμφωνία. Πρόσθεσε μάλιστα πως η Συμφωνία των Πρεσπών επιλύει ζητήματα που σχετίζονται με τον αλυτρωτισμό αλλά και ορισμένα που θα μπορούσαν να προκύψουν χωρίς συμφωνία. Επιπλέον δε, δήλωσε ότι κατανοεί την ανησυχία ορισμένων πολιτών, ωστόσο, σημείωσε πως δεν είναι δικαιολογημένη καθώς η Συμφωνία κλείνει προβλήματα.

Για τον Μανώλη Πετσίτη και τα ερωτήματα μερίδας του Τύπου και της ΝΔ, ο υπουργός Επικρατείας επανέλαβε πως η αξιωματική αντιπολίτευση σε συνεργασία με δημοσιογραφικά συγκροτήματα προσπαθεί να δημιουργήσει σκάνδαλα εκεί που δεν υπάρχουν, για τα οποία -πρόσθεσε ο κ. Τζανακόπουλος- οι δημοσιογραφικοί οίκοι έχουν αναγκαστεί να ζητήσουν συγνώμη. «Αφού δεν έχουν καταφέρει να βλάψουν το ηθικό πλεονέκτημα της κυβέρνησης ψάχνουν τους φίλους, τους γνωστούς, ας ψάξουν δεν θα βρουν τίποτα», σημείωσε χαρακτηριστικά.

Αναλύοντας την κατάσταση στη ΔΕΠΑ και τα χρέη της ΕΛΦΕ τα οποία διογκώθηκαν στα 105 εκατομμύρια επί ΝΔ, όπως είπε, υπενθύμισε ότι η κυβέρνηση προσπάθησε να βρει μια λύση για να μην κλείσουν τα Λιπάσματα. Παράλληλα παρέπεμψε στην ελληνική Δικαιοσύνη που απέρριψε αίτημα για πιο αυστηρούς όρους στην αποπληρωμή των επίμαχων δανείων της εταιρείας.

Κλείνοντας ο υπουργός Επικρατείας σημείωσε τις πρωτοβουλίες της κυβέρνησης για τη βελτίωση της καθημερινότητας των πολιτών, όπως το θέμα της μείωσης της ανεργίας -με βαση το δελτίο της ΕΡΓΑΝΗΣ- στο 18,3%, εξηγώντας ότι αυτό σημαίνει πως 400.000 οικογένειες εντάχθηκαν στην αγορά εργασίας. 

Ειδικά για την προστασία της εργασίας σημείωσε τη βελτίωση αναφορικά με τη μαύρη εργασία, την πληρωμή των υπερωριών, την επέκταση των κλαδικών συμβάσεων αλλά και την προοπτική της αύξησης του κατώτατου μισθού. «Δεν λέω ότι δεν υπάρχουν δυσκολίες αλλά παρόλα αυτά νομίζω ότι το 2018-2019 είναι χρονιές επαναφοράς στη κανονικότητα».

Τέλος, είπε πως η πρόθεση της κυβέρνησης είναι να διατηρηθούν οι όροι και οι προϋποθέσεις για τη διασφάλιση της πρώτης κατοικίας και παρέπεμψε στο Υπουργείο Οικονομικών το οποίο όταν θα είναι έτοιμο να κάνει τις ανάλογες ανακοινώσεις.