«Θα στηρίξω τη Συμφωνία των Πρεσπών. Θεωρώ ότι είναι η αρχή μιας νέας εποχής», επισήμανε ο αντιπρόεδρος της Βουλής και ανεξάρτητος βουλευτής Σπύρος Λυκούδης. Ωστόσο, αναγνώρισε, παράλληλα, ότι «υπάρχουν ανοικτά προβλήματα», σημειώνοντας πως «ο χρόνος θα δείξει αν έχει και ιστορική ανθεκτικότητα».

«Η Συμφωνία των Πρεσπών εξ ορισμού αποτελεί προϊόν συμβιβασμού. Δύσκολου, αλλά αναγκαίου. Ούτε θριαμβολογίες και εργαλειοποίηση της από πλευράς κυβέρνησης χρειάζονται ούτε και κινδυνολογίες από την αντιπολίτευση», υπογράμμισε.

Ακόμα, ο κ. Λυκούδης χαρακτήρισε τη Συμφωνία ως «αρχή μιας νέας εποχής», σημειώνοντας ότι «έχει θετικό άξονα ως προς την ονομασία, που αποτελούσε πάγια εθνική γραμμή για σύνθετη ονομασία έναντι όλων».

Έμφαση έδωσε, επίσης, στην εθνική συνεννόηση και συναίνεση, ενώ τόνισε την ανάγκη να πάψουν όλες οι πλευρές «να ρίχνουν λάδι στη φωτιά».

«Είναι παράλογο να στέκεται κανείς στις διάφορες γραφικότητες και στις ακροδεξιές ακρότητες, όταν έχουμε να κάνουμε με γνήσια αισθήματα χιλιάδων συμπατριωτών μας. Επαναλαμβάνω, ο σεβασμός μας είναι δεδομένος. Θα απαιτούσα, όμως, και από αυτούς να σέβονται και τον πατριωτισμό των άλλων και να μην τον αμφισβητούν. Δεν μας βγάζει πουθενά μια τέτοια στάση. Αντίθετα, μας οδηγεί σε νέες ανώφελες και επιζήμιες για τη χώρα μας καταστάσεις και ενδεχομένως σε νέες εθνικές περιπέτειες. Θα τις πληρώσουμε όλοι πολύ ακριβά. 

Σχετικά με την ίδια τη Συμφωνία. Έχω, ήδη, επαρκώς τοποθετηθεί δημοσίως και γραπτώς και προφορικώς. Η Συμφωνία έχει θετικό κεντρικό άξονα ως προς την ονομασία, που άλλωστε αποτελούσε κοινή εθνική γραμμή και κεντρική επιδίωξη κάθε προσπάθειας στο παρελθόν από άλλες κυβερνήσεις.

Σύνθετη ονομασία, με γεωγραφικό προσδιορισμό, έναντι όλων (erga omnes). Κρίνω ότι η Συμφωνία το διασφαλίζει κι από την άποψη αυτή συνιστά μια επιτυχία.

Υπάρχουν βεβαίως και τα αμφισβητούμενα που δεν τα υποτιμώ, τα οποία αφορούν στα θέματα της ταυτότητας και της γλώσσας. Έχουν επαρκώς επισημανθεί και αναλυθεί τόσο από τους υποστηρικτές όσο και από τους αντιπάλους της Συμφωνίας.

Τα σοβαρά ερωτηματικά υπάρχουν κατά την γνώμη μου σχετικά με την ιστορική ανθεκτικότητα της Συμφωνίας. Δεν είναι κάτι που μπορεί να προβλεφθεί με την ακρίβεια φυσικού φαινομένου. Είναι φανερό ότι θα εξαρτηθεί από την συμπεριφορά των ηγεσιών των δυο χωρών και τις γενιές που καλούνται να συνυπάρξουν αρμονικά και ειρηνικά στο μέλλον σε πνεύμα αμοιβαίας κατανόησης και σεβασμού αλλά και συνεργασίας στο πλαίσιο μιας νέας πραγματικότητας. 

Με όλα αυτά θέλω να πω ότι η Συμφωνία, ενώ φαίνεται να επιλύει σημαντικές εκκρεμότητες, δεν αποτελεί το τέλος αλλά την απαρχή μιας νέας εποχής, που ενέχει μεγάλες δυνατότητες αλλά και δυσκολίες και κινδύνους. Θα δοκιμάσει τις σχέσεις καλής γειτονίας και αμοιβαίας επωφελούς συνύπαρξης και συνεργασίας. Έχουμε πολύ δρόμο ακόμα μπροστά μας.

Και τέλος, απομένει, φυσικά, και πάλι στη δική μας πλευρά να αξιοποιήσει όλες τις δυνατότητες που αντικειμενικά προσφέρονται από πολιτική, οικονομική και πολιτισμική άποψη, ούτως ώστε να μετουσιώσει σε πράξη, σε πρακτικά αποτελέσματα, την προσδοκία ότι πράγματι η χώρα μας μπορεί να διαδραματίσει ειρηνικό, σταθεροποιητικό και ηγετικό ρόλο στην περιοχή επ’ ωφελεία όλων. 

Την περασμένη εβδομάδα η κυβέρνηση κατάφερε να πάρει, όπως την πήρε με ετερόκλητες ατομικές ψήφους, ψήφο εμπιστοσύνης. Δεν έδωσα ψήφο εμπιστοσύνης κρίνοντας ως αρνητικά τα πεπραγμένα της. 

Αδίκως η ίδια πανηγυρίζει. Η νομιμοποίηση της κυβέρνησης στην κοινωνία βρίσκεται σε χαμηλά επίπεδα. Διότι, εξακολουθεί να συνυπάρχει και να λειτουργεί στο πλαίσιο ενός πολιτικού ψεύδους που δεν μπορεί να εγκαταλείψει. Ότι, δηλαδή, η χώρα καταστράφηκε από «το παλιό και διεφθαρμένο πολιτικό σύστημα» που έφερε τα κακά Μνημόνια, ενώ σώθηκε από τους ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ που έφεραν το 3ο σωτήριο (αλλά ως γνωστόν επαχθέστερο) Μνημόνιο. 

Το αδιέξοδο είναι υπαρκτό. Η λύση που θα εξυπηρετούσε τους δημοκρατικούς κοινοβουλευτικούς θεσμούς της χώρας και τους πολίτες θα ήταν η προσφυγή στις κάλπες το συντομότερο δυνατόν».