Ο Αλέξης Τσίπρας είχε καταφέρει κάτι αναπάντεχο το 2015: με έναν λόγο αντισυμβατικό, πότε με το πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης και πότε με το «Μνημόνιο με κοινωνικό πρόσημο», κατάφερε να επικρατήσει στον λεγόμενο μεσαίο χώρο και να εκφράσει πλειοψηφικά τη λεγόμενη μεσαία τάξη. Για παράδειγμα, το 2015, ο ΣΥΡΙΖΑ είχε καταφέρει να επικρατήσει άνετα στους ιδιωτικούς υπαλλήλους, οι οποίοι ήταν τα βασικά θυματα της υπερφορολόγησης, ενώ είχαν αγανακτήσει και με τον ΕΝΦΙΑ, συνδυαστικά με το γεγονός ότι είχαν απολύτως διαφανή εισοδήματα. 

Πώς επήλθε, λοιπόν, η μεγάλη ήττα του ΣΥΡΙΖΑ το 2019, μόλις τέσσερα χρόνια μετά; Η απάντηση είναι σχετικά απλή: έχασε τα στηρίγματά του στη μεσαία τάξη, αλλά, ακόμα και στα ασθενέστερα εισοδηματικά στρώματα πήγε εξαιρετικά άσχημα. Όλα αυτά προκύπτουν ανάγλυφα από την ανάλυση των στοιχείων του exitpoll που αποτυπώνει την πλήρη επικράτηση της ΝΔ σε όλες τις ηλικιακές ομάδες, αλλά, το σημαντικότερο, σε όλες τις επαγγελματικές ομάδες. 

Αν και το τι συνιστά «μεσαία τάξη» στην Ελλάδα είναι συζητήσιμο, είναι σαφές ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν μπόρεσε να απευθυνθεί σε αυτούς τους Έλληνες που συνεχίζουν και σηκώνουν το βάρος των υπερπλεονασμάτων. Έτσι, στο προνομιακό πεδίο των ιδιωτικών υπαλλήλων, η ΝΔ επικράτησε του ΣΥΡΙΖΑ με 8,8%, ενώ το 2015 είχε ηττηθεί με 14,1% διαφορά, στοιχείο που δείχνει ότι οι μισθωτοί του ιδιωτικού τομέα όχι μόνον δεν πείστηκαν από την προσπάθεια του ΣΥΡΙΖΑ με τα περί επταήμερης εργασίας να τους αποτρέψει από το να ψηφίσουν τον Κυριάκο Μητσοτάκη, αλλά δείχνουν να επικροτούν τις δεσμεύσεις του προέδρου της ΝΔ για την προσέλκυση επενδύσεων, τη δημιουργία πολλών και καλά πληρωμένων θέσεων εργασίας, αλλά τις αυξήσεις στους μισθούς με ρυθμό διπλάσιο του ΑΕΠ. Με άλλα λόγια, όπως εκτιμούν στελέχη της ΝΔ, ο Κυριάκος Μητσοτάκης είναι αυτός που μπορεί να βελτιώσει τα οικονομικά του νοικοκυριού τους, αλλά και να δώσει θετική αναπτυξιακή προοπτική στην ελληνική οικονομία. 

Την ιδια ώρα, όμως, ακόμα και στους δημοσίους υπαλλήλους, όπου ο ΣΥΡΙΖΑ είχε παραδοσιακά δυνάμεις, η ΝΔ κατάφερε και έκανε το προσπέρασμα με διαφορά 4,8%, ενώ το 2015 είχε ηττηθεί με διαφορά 9,7%, και αυτό παρά τη ρητορική για απολύσεις και συρρίκνωση του Δημοσίου από τον κ. Μητσοτάκη που είχαν υιοθετήσει στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ. Αντίστοιχα άσχημα, επίσης, και τα «μαντάτα» από το μέτωπο των ελεύθερων επαγγελματιών που δέχθηκαν το μεγάλο πλήγμα του νόμου Κατρούγκαλου, τόσο ως προς τις ασφαλιστικές τους εισφορές, όσο και ως προς τις νέες συντάξεις που θα λάβουν, όταν θελήσουν να βγουν στη σύνταξη. 

Ακόμα, όμως, και η επικράτηση της ΝΔ στους νέους ψηφοφόρους (17-24) και στους συνταξιούχους πρέπει να διαβάζεται υπό αυτό το πρίσμα. Πολλά νέα παιδιά που άσκησαν για πρώτη φορά το εκλογικό τους δικαίωμα είναι παιδιά οικογενειών που συγκαταλέγονται στη μεσαία τάξη και επέλεξαν να μην αναδείξουν σε πρώτη δύναμη τον ΣΥΡΙΖΑ, ακόμα και αν τα μόνα εφηβικά και ενήλικά βιώματά τους ήταν η κρίση και η πτώση των παραδοσιακών κομμάτων. Τέλος, οι συνταξιούχοι, πολλοί εκ των οποίων θεωρούν ότι επί της διακυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ υποχρεώθηκαν σε ακόμα μεγαλύτερη ανέχεια, δεν «τσίμπησαν» ούτε από την κουτσουρεμένη 13η σύνταξη, ούτε από τις υποσχέσεις για αύξηση της κατώτατης σύνταξης, ενώ, παράλληλα, στο επιτελείο της ΝΔ εκτιμούν ότι αρκετοί ηλικιωμένοι ψηφοφόροι ψήφισαν με γνώμονα και τα παιδιά και τα εγγόνια τους και τη δική τους προοπτική στη χώρα, στηρίζοντας αναφανδόν τη ΝΔ.