Έτσι, είναι πολλοί που λένε ότι ο πρωθυπουργός κάλλιστα θα μπορούσε να έχει στήσει κάλπες στις 30 Ιουνίου, πηγαίνοντας στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας το βράδυ του δεύτερου γύρου των αυτοδιοικητικών εκλογών ή έστω την επομένη μέρα, στις 2 ή στις 3 Ιουνίου, για να του ζητήσει να διαλύσει τη Βουλή. Και αυτό γιατί το Σύνταγμα ορίζει ότι εκλογές πρέπει να γίνονται τουλάχιστον 20 μέρες και το περισσότερο 30 μέρες από την ημέρα που διαλύεται η Βουλή. 

Δύο είναι οι λόγοι που οδηγούν την κυβέρνηση σε αυτή την απόφαση. Ο πρώτος είναι καθαρά υπολογιστικός και έχει να κάνει με το ότι ο ΣΥΡΙΖΑ χρειάζεται χρόνο για να ανασυνταχθεί. Ο δεύτερος, όμως, και θεσμικά μείζων, έχει να κάνει με τις αλλαγές στην ηγεσία της Δικαιοσύνης, καθώς τόσο η θητεία του προέδρου του Αρείου Πάγου, Βασίλη Πέππα, όσο και της Εισαγγελέως του ΑΠ, Ξένης Δημητρίου, ολοκληρώνεται στις 30 Ιουνίου. 

Μιλώντας χθες στο κεντρικό δελτίο του Alpha, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Δημήτρης Τζανακόπουλος ανέφερε ότι, ως τη μέρα των εκλογών, «Η κυβέρνηση διατηρεί σε ισχύ όλες τις αρμοδιότητές της, είτε γίνονταν οι εκλογές 30 Ιουνίου είτε στις 7 Ιουλίου», είπε, συγκεκριμένα, ο κ. Τζανακόπουλος, υπονοώντας ότι η κυβέρνηση θα προχωρήσει κανονικά με τις επιλογές της για τις ανώτατες δικαστικές βαθμίδες. 

Το πολιτικό σύστημα, εν προκειμένω, είναι αντιμέτωπο με μια μείζονα ακροβασία. Ακόμα και αν ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας δεν υπογράψει το προεδρικό διάταγμα για τις επιλογές της κυβέρνησης πριν τη λήψη της θητείας των κ.κ. Πέππα και Δημητρίου, τι θα κάνει μετά τις 30/6; Εφόσον ο ανώτατος πολιτειακός άρχων υπογράψει το προεδρικό διάταγμα, συνεπώς, όπως θα γινόταν χωρίς συζήτηση σε άλλη περίσταση, η επιλογή της κυβέρνησης θα δεσμεύει για μια διετία και την επόμενη κυβέρνηση, η οποία, όπως όλα δείχνουν, θα είναι η ΝΔ.

Η ΝΔ, μάλιστα, αντέδρασε εντονότατα χθες στις προθέσεις της κυβέρνησης που επισημοποιήθηκαν από τον κ. Τζανακόπουλο. ««Ο κ. Τσίπρας, υπό το βάρος της ήττας του, προανήγγειλε ότι αμέσως μετά τον δεύτερο γύρο των αυτοδιοικητικών εκλογών, θα προκηρύξει εθνικές εκλογές. Είναι, επομένως, αυτονόητο ότι, η υπό προθεσμία πλέον κυβέρνησή του, για λόγους στοιχειώδους πολιτικής και ηθικής τάξης δεν νοείται να λαμβάνει στο εξής καμία απόφαση που θα δεσμεύσει την χώρα για τα επόμενα χρόνια. Πολύ περισσότερο κρίσιμες αποφάσεις που αφορούν την ηγεσία της Δικαιοσύνης», αναφέρει σε ανακοίνωσή του το γραφείο Τύπου της ΝΔ. 

Μάλιστα, σφοδρή είναι και η επίθεση που εξαπολύει εναντίον των κυβερνητικών μεθοδεύσεων και ο καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου και τ. υπουργός Δικαιοσύνης, Αντώνης Μανιτάκης, ο οποίος μιλά για «καταδολίευση του Συντάγματος», ενώ ακόμα επιχειρηματολογεί και υπέρ του ορισμού υπηρεσιακής κυβέρνησης για τη διενέργεια των εκλογών. ««Σχετικά με το ενδεχόμενο, η κυβέρνηση να προβεί σε επιλογή της ηγεσίας των ανωτάτων δικαστηρίων, λίγες μόνο ημέρες πριν από την επίσημη έναρξη της προεκλογικής περιόδου, η απόφασή της αυτή εάν συντελεστεί, αποτελεί προφανή καταδολίευση του πνεύματος και του γράμματος του Συντάγματος. Τούτο διότι, μια κυβέρνηση που έχει εξαγγείλει τη διενέργεια εκλογών με τη διάλυση της Βουλής, ουσιαστικά τελεί υπό παραίτηση διότι έχει απωλέσει, όπως το συνομολογεί, την εμπιστοσύνη του εκλογικού σώματος. Μπορεί η χώρα να μην μπήκε επίσημα στην προεκλογική περίοδο, ουσιαστικά όμως αυτή έχει αρχίσει. Εχει χάσει δηλαδή η κυβέρνηση, τη δημοκρατική και συνταγματική της νομιμοποίηση να παίρνει αποφάσεις που δεν είναι τρέχουσας φύσεως, ούτε έχουν επείγοντα χαρακτήρα. Τέτοια προκλητική περιφρόνηση του Συντάγματος σπάνια συναντά κανείς στα κοινοβουλευτικά μας ήθη».