Ο τομεάρχης της ΝΔ, Νίκος Παναγιωτόπουλος, αναφέρει στην απαντητική επιστολή πως το κόμμα δεν πρόκειται να «συναινέσει σε μια εξόφθαλμα αντιθεσμική διαδικασία».

«Ο διορισμός της ανώτατης Δικαιοσύνης από την παρούσα κυβέρνηση θα ήταν πράξη αντισυνταγματική και παράνομη», τονίζει και συμπληρώνει: «Αντισυνταγματική γιατί μια κυβέρνηση που έχει προκηρύξει εκλογές είναι επί της ουσίας υπηρεσιακή και ως εκ τούτου μπορεί να προβαίνει μόνον σε πράξεις διαχείρισης τρεχουσών υποθέσεων ενόψει των εκλογών. Και παράνομη διότι ο νόμος 2190/94 ρητά απαγορεύει, κατά την προεκλογική περίοδο, οποιονδήποτε διορισμό σε θέση δημοσίου υπαλλήλου ή λειτουργού, πολλώ δε μάλλον στην ηγεσία των ανωτάτων δικαστηρίων».

Σύμφωνα με τη ΝΔ, ακόμα και αν υπάρξει διακομματική συναίνεση για το ζήτημα, δεν επιτρέπεται από το Σύνταγμα και τους νόμους.

Η απαντητική επιστολή της ΝΔ στον υπουργό Δικαιοσύνης:

Σχετικά με το αίτημά σας να προχωρήσει η διαδικασία πλήρωσης θέσεων ανωτάτων δικαστικών λειτουργών, το οποίο κι ο ίδιος συνομολογείτε ότι εγείρει πολιτικό ζήτημα, είναι αυτονόητο ότι η Νέα Δημοκρατία δεν είναι δυνατόν να συναινέσει σε μια εξόφθαλμα αντιθεσμική διαδικασία.

Γνωρίζετε άλλωστε ότι την άποψη αυτή έχουν ήδη διατυπώσει δημοσίως διακεκριμένοι συνταγματολόγοι και καθηγητές Νομικής, χαρακτηρίζοντας «προκλητική περιφρόνηση του Συντάγματος ως προς το πνεύμα και το γράμμα του» τον διορισμό της ηγεσίας των ανωτάτων δικαστηρίων από μια κυβέρνηση η οποία προκηρύσσοντας εθνικές εκλογές επί της ουσίας έχει ήδη παραιτηθεί.

Ο διορισμός της ανώτατης Δικαιοσύνης από την παρούσα κυβέρνηση θα ήταν πράξη αντισυνταγματική και παράνομη. Αντισυνταγματική γιατί μια κυβέρνηση που έχει προκηρύξει εκλογές είναι επί της ουσίας υπηρεσιακή και ως εκ τούτου μπορεί να προβαίνει μόνον σε πράξεις διαχείρισης τρεχουσών υποθέσεων ενόψει των εκλογών. Και παράνομη διότι ο νόμος 2190/94 ρητά απαγορεύει, κατά την προεκλογική περίοδο, οποιονδήποτε διορισμό σε θέση δημοσίου υπαλλήλου ή λειτουργού, πολλώ δε μάλλον στην ηγεσία των ανωτάτων δικαστηρίων.

Με τα δεδομένα αυτά ακόμη και αν υπάρξει διακομματική συναίνεση για το ζήτημα αυτό, το Σύνταγμα και ο νόμος δεν επιτρέπουν να ληφθεί μια τέτοια απόφαση. Ο Κώδικας Οργάνωσης των Δικαστηρίων προβλέπει με τρόπο σαφή την αναπλήρωση του Προέδρου και του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για το διάστημα το οποίο οι θέσεις παραμένουν κενές. Άλλωστε στις τελευταίες κρίσεις για θέσεις ανωτάτων δικαστικών (πρόεδροι του Αρείου Πάγου και του Συμβουλίου της Επικρατείας), η κυβέρνησή σας έκανε χρήση αυτής της διάταξης και τις άφησε να χηρεύουν για περισσότερο από πέντε (5) μήνες.

Τέλος, όπως προφανώς αντιλαμβάνεστε και εσείς, τυχόν παράνομη επιλογή των ανωτάτων δικαστικών όπως αυτή που προτείνετε, θα οδηγούσε σε βέβαια ακύρωση του σχετικού προεδρικού διατάγματος από το Συμβούλιο της Επικρατείας και, συνεπώς, η Νέα Δημοκρατία δεν θα μπορούσε να διακινδυνεύσει τη νομιμότητα των αποφάσεων που θα εκδοθούν στο μέλλον από τα ανώτατα δικαστήρια.

Με εκτίμηση,

Νίκος Παναγιωτόπουλος Τομεάρχης Δικαιοσύνης ΝΔ

Καλογήρου: Αλαζονεία της ΝΔ

«Δυστυχώς, το προσκλητήριο ωριμότητας που απηύθυνα σήμερα στην αξιωματική αντιπολίτευση απορρίφθηκε» επισημαίνει σε ανακοίνωσή του ο υπουργός Δικαιοσύνης Μιχάλη Καλογήρου, απαντώντας στην επιστολή της Νέας Δημοκρατίας, και προσθέτει: «Διαψεύδονται έτσι οι ελπίδες του νομικού κόσμου και των δικαστικών ενώσεων, που φάνηκε να το επικροτούν, από την αλαζονεία της ΝΔ που συμπεριφέρεται λες και έχουν ήδη διενεργηθεί και έχουν ήδη κερδηθεί οι επερχόμενες εθνικές εκλογές, προσβάλλοντας εντέλει τον ίδιο τον ελληνικό λαό».

Το πλήρες κείμενο της ανακοίνωσης του υπουργού Δικαιοσύνης έχει ως εξής:

«Είναι γνωστό ότι σήμερα το πρωί απέστειλα επιστολή στον πρόεδρο της Νέας Δημοκρατίας αναφορικά με τον ορισμό της ηγεσίας των ανωτάτων δικαστηρίων.

Με την κίνηση αυτή δεν αμφισβητούνταν η εξουσία της κυβέρνησης, να ορίσει η ίδια, όπως προβλέπεται ρητά στο Σύνταγμα, την ηγεσία των ανωτάτων δικαστηρίων, αλλά γινόταν μια ύστατη προσπάθεια κατασίγασης των παθών και θεσμικής νηφαλιότητας γύρω από το σχετικό ζήτημα. Κι αυτό, προκειμένου να πάψει να δίνεται η εικόνα, ότι η ηγεσία της Δικαιοσύνης μπορεί να αντιμετωπίζεται ως «προίκα» της εκάστοτε πολιτικής εξουσίας για την οποία διαγκωνίζονται μεταξύ τους τα κόμματα.

Αντί λοιπόν, ο πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας να συγκλίνει στην αναγκαία από τα πράγματα συνεννόηση, επέλεξε δια του τομεάρχη Δικαιοσύνης του κόμματός του, κ. Παναγιωτόπουλου, να απαντήσει με τρόπο απαξιωτικό για τον ελληνικό λαό και τους θεσμούς της πολιτικής και δικαστικής εξουσίας.

Η ΝΔ φαίνεται να παραγνωρίζει την ειδική συνταγματική πρόβλεψη για την επιλογή της ηγεσίας των δικαστηρίων και επιλέγει να αντιμετωπίζει αυτήν σαν να υπάγεται σε διατάξεις που αφορούν τους δημόσιους υπαλλήλους, θεωρώντας ότι εφαρμόζεται εν προκειμένω ο νόμος 2190/1994, που απαγορεύει τους διορισμούς σε προεκλογική περίοδο. Παρόλα αυτά, ήδη από το πρωί έχουμε επισημάνει το νομικό πλαίσιο σύμφωνα με το οποίο προβλέπεται ότι η διαδικασία προεπιλογής των δικαστών που μπορούν να οριστούν στην κορυφή των ανωτάτων δικαστηρίων από τη Διάσκεψη των Προέδρων της Βουλής, μπορεί να παραλειφθεί όταν η τελευταία αδυνατεί να συνεδριάσει επειδή έχει διαλυθεί η Βουλή. Αν λοιπόν θα μπορούσε η ηγεσία της Δικαιοσύνης να οριστεί χωρίς άλλο ουδέν, ενώ η Βουλή θα είχε διαλυθεί, τότε δεν αμφισβητείται ότι αυτό μπορεί να γίνει τώρα από μια κυβέρνηση που εξακολουθεί να κυβερνά έχοντας την κοινοβουλευτική πλειοψηφία.

Όμως, με την απάντησή του ο κ. Μητσοτάκης αποκαλύπτεται, αφού δεν διστάζει να προδικάσει μελλοντικές αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας, στην περίπτωση που θα ερχόταν ενώπιον αυτού, αίτηση ακύρωσης των Προεδρικών Διαταγμάτων περί ορισμού της ηγεσίας των ανωτάτων δικαστηρίων, προσβάλλοντας περαιτέρω την ελευθεροφροσύνη των δικαστικών λειτουργών της χώρας.

Δυστυχώς, το προσκλητήριο ωριμότητας που απηύθυνα σήμερα στην αξιωματική αντιπολίτευση απορρίφθηκε. Διαψεύδονται έτσι οι ελπίδες του νομικού κόσμου και των δικαστικών ενώσεων, που φάνηκε να το επικροτούν, από την αλαζονεία της ΝΔ που συμπεριφέρεται λες και έχουν ήδη διενεργηθεί και έχουν ήδη κερδηθεί οι επερχόμενες εθνικές εκλογές, προσβάλλοντας εντέλει τον ίδιο τον ελληνικό λαό».

Η επιστολή Καλογήρου 

Συναίνεση στο θέμα της αλλαγής ηγεσίας στον Άρειο Πάγο ζήτησε με επιστολή του στον Κυριάκο Μητσοτάκη, ο Μιχάλης Καλογήρου.

Η επιστολή του υπουργού Δικαιοσύνης έρχεται μετά από τις αντιδράσεις που προκλήθηκαν από την επιλογή της κυβέρνησης για εκλογές στις 7 Ιουλίου, πράγμα που συνδέθηκε από την αντιπολίτευση αλλά και από συνταγματολόγους με «περιφρόνηση του Συντάγματος»

«Αντιλαμβανόμενος το πολιτικό ζήτημα το οποίο έχει ανακύψει και επειδή θεωρώ κοινή θεσμική υποχρέωση να αποτραπεί η εντύπωση ότι η επιλογή της ηγεσίας των Ανωτάτων Δικαστηρίων της χώρας συνιστά "δέσμευση" οποιασδήποτε κυβέρνησης, σας εκφράζω τη βούληση της Κυβέρνησης, να επιλεγούν ο επόμενος Πρόεδρος και Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου και οι τρεις Αντιπρόεδροι του Συμβουλίου της Επικρατείας από το Υπουργικό Συμβούλιο μετά από συμφωνία με την Αξιωματική Αντιπολίτευση» αναφέρει μεταξύ άλλων στην επιστολή του ο κ. Καλογήρου.

Ολόκληρη η επιστολή:

«Σύμφωνα με τις διατάξεις του Συντάγματος και του Κώδικα Οργάνωσης Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών, στις 3 Μαΐου 2019 κινήθηκε η διαδικασία για την πλήρωση των θέσεων Προέδρου και Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και τριών Αντιπροέδρων του Συμβουλίου της Επικρατείας, οι οποίες πρόκειται να κενωθούν την 30η Ιουνίου. Η Διάσκεψη των Προέδρων της Βουλής έδωσε τη γνώμη της εντός του μήνα, μετά από ψηφοφορία μεταξύ των μελών της, και με τη συμμετοχή εκπροσώπων όλων των Κοινοβουλευτικών Ομάδων. Ενώπιον της Διάσκεψης των Προέδρων εμφανίσθηκαν οι προεπιλέγεντες, μέλη των Ανωτάτων Δικαστηρίων που κοσμούν την Δικαιοσύνη.

Μετά τη διενέργεια των εκλογών για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, ο Πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας ανακοίνωσε την απόφασή του να ζητήσει από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας την προκήρυξη εθνικών εκλογών για την 7η Ιουλίου 2019, δηλαδή σε χρόνο μετά την αναμενόμενη ολοκλήρωση της εκκρεμούς διαδικασίας επιλογής.

Συνεπώς, η διαδικασία προεπιλογής ολοκληρώθηκε κατά το νόμο προ της διενέργειας των εκλογών για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, η δε διαδικασία επιλογής ολοκληρώνεται άμεσα, προκειμένου να μην παραμείνουν κενές, κρίσιμες θέσεις στην ηγεσία της Δικαιοσύνης για χρονικό διάστημα που θα εξαρτηθεί από τις εκλογικές διαδικασίες και τη συγκρότηση νέας κυβέρνησης.

Σε ανακοίνωση του κόμματός σας εκφράστηκε η διαφωνία σας ως προς την ολοκλήρωση της διαδικασίας επιλογής, με το σκεπτικό ότι η απόφαση για την επιλογή δικαστικών λειτουργών στην ηγεσία των Ανωτάτων Δικαστηρίων "θα δεσμεύσει τη χώρα για τα επόμενα χρόνια".

Παρά το γεγονός ότι δεν υφίσταται κανένα συνταγματικό ή νομικό κώλυμα για την ολοκλήρωση της εκκρεμούς διαδικασίας, δεδομένου ότι ο ίδιος ο Κώδικας Οργάνωσης Δικαστηρίων ρητά προβλέπει την ολοκλήρωσή της ακόμα και μετά τη διάλυση της Βουλής (άρθρο 49 παρ. 3 τελευταίο εδάφιο), αντιλαμβανόμενος όμως το πολιτικό ζήτημα το οποίο έχει ανακύψει και επειδή θεωρώ κοινή θεσμική υποχρέωση να αποτραπεί η εντύπωση ότι η επιλογή της ηγεσίας των Ανωτάτων Δικαστηρίων της χώρας συνιστά "δέσμευση" οποιασδήποτε κυβέρνησης, σας εκφράζω τη βούληση της Κυβέρνησης, να επιλεγούν ο επόμενος Πρόεδρος και Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου και οι τρεις Αντιπρόεδροι του Συμβουλίου της Επικρατείας από το Υπουργικό Συμβούλιο μετά από συμφωνία με την Αξιωματική Αντιπολίτευση, τιμώντας έτσι τους δικαστικούς λειτουργούς που έχουν ήδη προεπιλεγεί, δίνοντας ταυτόχρονα και ένα ισχυρό μήνυμα συναίνεσης στο συνταγματικό αυτονόητο του σεβασμού μας προς την ανεξάρτητη Δικαιοσύνη».