Η σκηνοθεσία έδειχνε έναν πρωθυπουργό που δεν κάθεται στιγμή. Ακόμα και πριν να προκηρύξει εκλογές, δεν σταματά να υπεραμύνεται των συμφερόντων του λαού του. Γι’ αυτό ο κ. Τσίπρας κάλεσε μέσα στο καταμεσήμερο της Πέμπτης τα κανάλια έξω από το Μέγαρο Μαξίμου, προκειμένου να κρούσει τον κώδωνα του κινδύνου γι’ αυτό που έρχεται.

Η σκηνή ήταν βγαλμένη από το 2014. Μόνο που τότε ο κ. Τσίπρας δεν θα καλούσε τα κανάλια στο Μαξίμου, αλλά στην Κουμουνδούρου. Τότε, δε, ήταν ακόμα η εποχή της αυταπάτης. Μετά θα ακολουθούσε η μνημονιακή προσαρμογή, η κωλοτούμπα του δημοψηφίσματος, η ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών και όλα τα παρελκόμενα. Έκτοτε, η Κομισιόν έγινε ο καλύτερος φίλος του Μεγάρου Μαξίμου. Ήταν αντικείμενο συζήτησης, άλλωστε, τόσο στην αθηναϊκή πολιτική πιάτσα, όσο και στις Βρυξέλλες, το modus vivendi που είχε καταφέρει να βρει η άλλοτε αντιμνημονιακή κυβέρνηση με το ιερατείο των Βρυξελλών. Βασισμένη σε μια σχέση αμοιβαίας αλληλοκατανόησης και εξυπηρέτησης, η επαφή του Μαξιμου με το Μπερλεμόντ (η έδρα της Κομισιόν) ήταν άρτια. Το Μέγαρο Μαξίμου έκανε όσα ήθελαν οι Βρυξέλλες, εισπράττοντας ελάχιστα, αλλά πολιτικά ζωτικά αντίδωρα. Και όλοι ήταν ικανοποιημένοι. 

Το σημείο καμπής ήρθε όταν ο κ. Τσίπρας κατάλαβε ότι δεν είναι κύριος των εξελίξεων και ότι χάνει τις εκλογές. Τότε οι θεσμοί δεν μίλησαν και ανέβαλαν τη δημοσίευση της έκθεσης για την ελληνική οικονομία για μετά τις ευρωεκλογές. Η ήττα του κ. Τσίπρα με 9,5 μονάδες δεν βοήθησε την κατάσταση. Κάποτε θα έπρεπε και οι Βρυξέλλες να τοποθετηθούν επί των εξαγγελιών του πρωθυπουργού, με τις οποίες ετίθεντο για πρώτη φορά σε κίνδυνο οι δημοσιονομικοί στόχοι. Μίλησαν, λοιπόν, έστω και με τον γνωστό διπλωματικό τρόπο των κοινοτικών και έκρουσαν τον κώδωνα του κινδύνου, τόσο για σημαντική οπισθοδρόμηση στις μεταρρυθμίσεις, όσο και την προοπτική απώλειας του στόχου για το πλεόνασμα φέτος, με δεδομένες τις κυβερνητικές παροχές, αλλά και τα αρνητικά μαντάτα από την ανάπτυξη στο πρώτο τρίμηνο (1,3% φέτος έναντι 2,6% πέρυσι). 

Η απάντηση του κ. Τσίπρα καταδεικνύει, αν μη τι άλλο, την ανησυχία του. Επιλέγει να ξαναφορέσει το κοστούμι του «αντιμνημονιακού». Ενημερώνει μεν τους θεσμούς ότι θα φέρει τρεις μήνες νωρίτερα από το σχεδιαζόμενο τη μη μείωση του αφορολόγητου στη Βουλή, αλλά δεν αποσπά τη ρητή συναίνεσή τους. Τους κατηγορεί ότι, τώρα που βλέπουν τον Κυριάκο Μητσοτάκη επελαύνοντα, τους ανοίγει η όρεξη για απολύσεις στο Δημόσιο. Ανακάλυψε, δε, και «ακραία συντηρητικούς κύκλους στις Βρυξέλλες» εκ νέου. Μέχρι πρότινος, εκφραστής αυτών ήταν ο «ανθέλληνας» Μάνφρεντ Βέμπερ. Τώρα ο χαρακτηρισμός είναι ευρύτερος, όμως δεν είναι απολύτως ευκρινές ποιους ακριβώς αφορά. Το μόνο σίγουρο είναι στο στόχαστρο του κ. Τσίπρα μπαίνουν πλέον οι μέχρι πρότινος στενοί του σύμμαχοι, τους επαίνους των οποίων απολάμβανε, όταν η χώρα έβγαινε τυπικά από το Μνημόνιο και όταν υπογραφόταν η Συμφωνία των Πρεσπών.

Πολλοί είναι εκείνοι που εκτιμούν ότι ο ηττημένος ΣΥΡΙΖΑ δεν θα διστάσει να κατέβει στο πεζοδρόμιο εκ νέου και να αναβαπτισθεί στα μάτια της κοινωνίας ως αντιμνημονιακός. Η ιδέα δεν είναι αδιανόητη, ιδίως αν σκεφτεί κανείς ότι ο ΣΥΡΙΖΑ έχει κάνει ανατροπές επί ανατροπών, αν και είναι ορισμένοι που επιμένουν ότι η «θεσμοποίηση» του κυβερνώντος κόμματος τον έχει αλλάξει ουσιαστικά. Το μέλλον θα δείξει, αν και ένα είναι σαφές σε πολιτικούς παρατηρητές: η επιχείρηση αναβαπτισμού του ΣΥΡΙΖΑ προεκλογικά δεν θα έχει ιδιαίτερο όφελος, παρά περισσότερο προδίδει το άγχος μιας τρίτης συνεχόμενης ήττας.