Ήταν σχετικά αναμενόμενο ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης θα παρενέβαινε στη Βουλή στη συζήτηση για το μίνι-νομοσχέδιο που ήρθε με κατεπείγουσες διαδικασίες και περιελάμβανε τις μειώσεις στον ΕΝΦΙΑ και τη διεύρυνση της ρύθμισης των 120 δόσεων. Και αυτό γιατί πρόκειται για ένα τροχιοδεικτικό νομοθέτημα ως προς την πορεία της κυβέρνησης. Άλλωστε, το γεγονός ότι οι μειώσεις στον ΕΝΦΙΑ ισχύουν ήδη από φέτος και από 1/1/2020 δείχνει, σύμφωνα με τα κυβερνητικά στελέχη, ότι η κυβέρνηση κάνει με σαφήνεια πράξη τα όσα είχε υποσχεθεί. 

Υπάρχει, όμως, και μια ευρύτερη διάσταση: ο κ. Μητσοτάκης φιλοδοξεί να «βραχυκυκλώσει» την αντιπολίτευση μέσω μιας εμπροσθοβαρούς στρατηγικής που θα πάει τη χώρα στο επόμενο επίπεδο. Ο κ. Μητσοτάκης, με άλλα λόγια, επιδιώκει να «αλλάξει πίστα», όχι για να φέρει σε δύσκολη θέση τον ΣΥΡΙΖΑ, αλλά γιατί έτσι εκτιμά ότι πρέπει να κινηθεί η χώρα. Το είπε, άλλωστε, χθες και σε ένα απόσπασμα της ομιλίας του: «Όλες αυτές οι παράλληλες ενέργειες -μαζί με τον νέο φορολογικό νόμο ο οποίος ακολουθεί- συγκροτούν ένα συνεκτικό πλαίσιο οικονομικής δράσης. Με ειδικά μέτρα και χρονοδιαγράμματα  εφαρμογής. Αλλά με ξεκάθαρη κοινωνική και πολιτική στόχευση: Να απελευθερώσει τις παραγωγικές δυνάμεις του τόπου. Και να δημιουργηθεί νέος πλούτος, μερίδιο στον οποίο θα έχουν όλοι οι Έλληνες».

Υπάρχει, συνεπώς, μια στρατηγική ευρύτερη. Βεβαίως, κατά τον κ. Μητσοτάκη, είναι ακριβώς αυτή η νέα θεώρηση για τη στρατηγική κατεύθυνση της χώρας που «μπλοκάρει» την αντιπολίτευση. Με δικά του λόγια, «είναι ακριβώς αυτή η νέα πολιτική θεώρηση που δημιουργεί μια κατανοητή αμηχανία στην αντιπολίτευση. Γιατί με παλαιά εργαλεία σκέψης, δυσκολεύεται να συλλάβει τον τρόπο λειτουργίας μας». Ομολογουμένως, ο πρωθυπουργός έχει καταφέρει τις πρώτες εβδομάδες θητείας της κυβέρνησης να δώσει ένα στίγμα και να κάνει μια σειρά κινήσεων που τυγχάνουν ευρύτερης αποδοχής, όπως τουλάχιστον εκτιμούν στο Μέγαρο Μαξίμου. 

Δεν είναι, όμως, μόνο το ζήτημα των μειώσεων φόρων και του αναπτυξιακού σχεδίου που αποτελεί προνομιακό πεδίο για το Μέγαρο Μαξίμου. Είναι και αυτό της μείωσης των πλεονασμάτων, με τον πρωθυπουργό, κατά πληροφορίες, να εκτιμά ότι υπάρχουν βάσιμες ελπίδες για μια κίνηση καλής θέλησης και από τη μεριά των δανειστών το επόμενο διάστημα, ίσως περί το τέλος του έτους, όταν και θα ολοκληρωθεί ο πρώτος, εξαμηνιαίος σχεδόν, κύκλος μέτρων και κινήσεων «θετικού σοκ» που «τρέχει» το Μαξίμου. Η συνειδητοποίηση, δε, ότι η κυβέρνηση μπορεί και να καταφέρει να μειώσει τον στόχο για τα πλεονάσματα κανονικά και όχι με τρόπο μονομερή και λογιστικό, όπως επεδίωξε να κάνει στις λυκαυγές της θητείας του ο κ. Τσίπρας, φέρνει εκ νέου τον ΣΥΡΙΖΑ σε θέση άμυνας. Γι’ αυτό και από τη μεριά της αντιπολίτευσης ακούγεται η μάλλον προσχηματική κριτική ότι θα έπρεπε η κυβέρνηση να διεκδικήσει τη μείωση των πλεονασμάτων από φέτος κιόλας και όχι να μεταθέσει τη επιδίωξη για του χρόνου. 

Τέλος, υπάρχει και η παράμετρος του χρόνου. Για παράδειγμα, σε χθεσινό του δημοσίευμα το Reutersσχολιάζει ότι η νέα ελληνική κυβέρνηση κάνει κάτι «παράξενο»: τρέχει με γρήγορους ρυθμούς τις πρώτες μέρες της θητείας της. Αυτό είναι κοινώς παραδεκτό άλλωστε: η νέα κυβέρνηση ήρθε επαρκώς προετοιμασμένη, με σχεδόν έτοιμο κυβερνητικό σχήμα, ταχείες επιλογές στην κρατική μηχανή, αλλά και νομοθετικό μπαράζ ήδη από τις πρώτες εβδομάδες θητείας. Και αυτό φέρνει, με τη σειρά του, τον ΣΥΡΙΖΑ εκ νέου σε θέση άμυνας, να προσπαθεί να αναπτύξει συνεκτικό αντιπολιτευτικό αφήγημα, κάτι που δεν έχει καταστεί εφικτό μέχρι στιγμής.