Η συνάντηση Μητσοτάκη-Μακρόν την περασμένη Πέμπτη στο Παρίσι δεν ήταν απλώς εθιμοτυπική. Ούτε οι καλές προθέσεις του κ. Μακρόν ήταν απλώς συμβολικές. Τουναντίον, ο Γάλλος πρόεδρος έχει εξαιρετικά ενισχυμένο ρόλο στο ευρωπαϊκό γίγνεσθαι σε σχέση με τον προκάτοχό του, Φρανσουά Ολάντ, ενώ ο κ. Μητσοτάκης έκανε την πρώτη επίσκεψη Έλληνα πρωθυπουργού στο Παρίσι μετά το τέλος των Μνημονίων, κομίζοντας ένα σχέδιο μεταρρυθμίσεων ελληνικής ιδιοκτησίας και όχι εκ Βρυξελλών. 

Όπως μαρτυρούν άνθρωποι που γνωρίζουν το παρασκήνιο της συνομιλίας των δύο ηγετών, η συζήτηση ήταν υπεραναλυτική, έγινε στα Γαλλικά απευθείας και χωρίς τη χρεία μεταφραστών, ενώ οι δύο άνδρες ανά καιρούς σηκώνονταν από το τραπέζι που κάθονταν οι συνεργάτες τους και συζητούσαν κατ’ ιδίαν. Και μπορεί το μείζον να ήταν το πλεόνασμα, ο κ. Μητσοτάκης ξέρει ότι δεν πρέπει να βάζει το κάρο μπροστά από το άλογο. Γι’ αυτό και επέλεξε να προτάξει το αναπτυξιακό σκέλος της πολιτικής που ευαγγελίζεται, χωρίς δημόσια αναφορά στο θέμα. 

Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν τέθηκε. Σύμφωνα με πληροφορίες του Reader.gr, ο Γάλλος πρόεδρος άκουσε αναλυτικά τον σχεδιασμό του κ. Μητσοτάκη και…ένευσε θετικά, εφόσον βεβαίως γίνουν πρωτίστως όσα ο κ. Μητσοτάκης δεσμεύεται ότι θα κάνει, προκειμένου να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη της χώρας έναντι των εταίρων, αλλά και των αγορών. «Η στόχευση του πρωθυπουργού για τη μείωση των πλεονασμάτων από το 2021 αποτελεί απαράγραπτη δέσμευση , ώστε να απελευθερωθεί επιπλέον δημοσιονομικός χώρος για τη μείωση των φόρων και των εισφορών και τη στήριξη των πλέων αδυνάμων», διαμηνύουν ως προς αυτό συνεργάτες του πρωθυπουργού. 

Βεβαίως, ο κ. Μακρόν είναι η μία…άκρη του γαλλογερμανικού άξονα, με τον κ. Μητσοτάκη να δίνει την ερχόμενη Πέμπτη ραντεβού με την Καγκελάριο Μέρκελ στο Βερολίνο. Ο κ. Μητσοτάκης αναμένεται φτάσει εκεί στη 13:00 (ώρα Ελλάδος), με το ραντεβού, πάντως, να μην προμηνύεται εύκολο, μιας και ο κ. Μητσοτάκης πετυχαίνει την κ. Μέρκελ σε μια δύσκολη στιγμή: η γερμανική οικονομία φλερτάρει με την ύφεση, το κόμμα της υπέστη νέες απώλειες στις ευρωεκλογές, ενώ μπροστά της έχει τρεις εκλογικές αναμετρήσεις στα τοπικά κοινοβούλια του Βραδεμβούργου και της Σαξωνίας την 1ηΣεπτεμβρίου, αλλά και της Θουριγγίας στο τέλος Οκτωβρίου, όπου οι Χριστιανοδημοκράτες φλερτάρουν με νέα στραπάτσα. «Δεν θέλουμε μια εύκολη κουβέντα, πηγαίνουμε για να κάνουμε μια ειλικρινή συζήτηση, με όπλο το πρόγραμμά μας», εξηγεί ανώτερη κυβερνητική πηγή στο Reader.gr, με την κ. Μέρκελ, πάντως, να είναι λεπτομερώς ενήμερη για τις πτυχές του σχεδίου του κ. Μητσοτάκη εδώ και καιρό. 

Μείωση πλεονάσματος σε δύο φάσεις

Μπορεί, λοιπόν, να μην τίθεται με έμφαση δημοσίως, ο πρωθυπουργός, όμως, έχει σαφή στρατηγική για την απομείωση του στόχου για το πλεόνασμα. Για το 2020, το επίκεντρο του ενδιαφέροντος εστιάζεται στην επιστροφή των κερδών από τα ελληνικά ομόλογα που διακρατούν οι ευρωπαϊκές κεντρικές τράπεζες και δύνανται να επιστραφούν στη χώρα μας. Αυτό θα είναι και το κύριο πεδίο διαπραγμάτευσης με τους εταίρους, από εδώ και πέρα, δηλαδή στην «έμμεση» μείωση του στόχου για το επόμενο έτος μέσω της ενσωμάτωσης των κερδών από τα ANFAs και τα SMPs. Τα κεφάλαια αυτά, όπως υπολογίζονται από το ευρωσύστημα, αγγίζουν περί το 1,2 δις ευρώ το χρόνο, δηλαδή περίπου 0,6% του ΑΕΠ, με τις τρέχουσες τιμές του.  Στο πλαίσιο της συμφωνίας του Eurogroupτον Ιούνιο του 2018, αποδίδονται στην Ελλάδα ανά εξάμηνο μετά την επιτυχή ολοκλήρωση δύο τριμηνιαίων μεταμνημονιακών αξιολογήσεων. Εφόσον, λοιπόν, επιτύχει η διαπραγμάτευση της κυβέρνησης, τότε μπορεί να υπάρχει ένα εξτρά δημοσιονομικό περιθώριο άνω του 1 δις, οπότε, ρεαλιστικά, ο στόχος του ΑΕΠ πέφτει ελάχιστα κάτω από το 3%. 

Από εκεί και μετά, όμως, και εφόσον έχει παρέλθει το πρώτο εξάμηνο της διακυβέρνησης Μητσοτάκη, το οποίο θεωρείται τροχιοδεικτικό, ξεκινάει το «χοντρό πόκερ». Τότε, η κυβέρνηση θα επιδιώξει να πετύχει μια απόφαση και σε επίπεδο Eurogroup, προκειμένου από το δημοσιονομικό έτος 2021 να ισχύσει μειωμένος στόχος πλεονάσματος, ενδεχομένως στο 2,5% ή ακόμα και στο 2%. Η συζήτηση αυτή θα ανοίξει μετά τον Απρίλιο, όταν και θα δοθούν στη δημοσιότητα τα οριστικά στοιχεία αναφορικά με την πορεία της οικονομίας το 2019, τα οποία, εφόσον είναι τα ευκταία, θα αποτελέσουν «διαβατήριο», προκειμένου η κουβέντα να γίνει με άλλους όρους.