Ο κ. Χαρίτσης σημειώνει ότι «η ΝΔ εγγράφεται σε ένα ανησυχητικό ευρωπαϊκό παράδειγμα όπου η “αποφασιστικότητα” αναδεικνύεται σε αυτοσκοπό δίχως καμία έγνοια για το περιεχόμενο της όποιας δράσης».

«Για να το πω με ένα παράδειγμα, κλούβες στα Εξάρχεια, αλλά αφωνία για τα πλεονάσματα στις ευρωπαϊκές συναντήσεις», συμπληρώνει.

Ο κ. Χαρίτσης εξηγεί σχετικά πως η κυβέρνηση του Κ. Μητσοτάκη «επένδυσε προεκλογικά

στην προοπτική της μείωσης των πλεονασμάτων και συνέδεσε τις φοροελαφρύνσεις με αυτήν και τώρα, στο Παρίσι και στο Βερολίνο, δεν κάνει κουβέντα για το ζήτημα, ενώ παραπέμπει στο μακρινό 2021 τις όποιες, απροσδιόριστες πλέον, φοροελαφρύνσεις». Υπογραμμίζει ακόμα πως «η κυβέρνηση προσπαθεί και πάλι επικοινωνιακά να στήσει μια εικόνα, που όμως προσκρούει στις ίδιες της τις επιλογές που μετεωρίζονται ανάμεσα στον παλαιοκομματισμό και την πρόσδεση σε επιχειρηματικά συμφέροντα. Αν προσθέσουμε και την ήδη ορατή αποτελεματικότητα -βλ. Σαμοθράκη- η εικόνα είναι απογοητευτική».

Και τονίζει: «Η δικιά μας δουλειά δεν περιορίζεται στο να αναδείξουμε αυτές τις διαστάσεις, αλλά να καταδείξουμε ότι η ρητορική του “επιτελικού κράτους” έχει ένα ζητούμενο: τη συντήρηση της αδράνειας και την ικανοποίηση συγκεκριμένων επιχειρηματικών συμφερόντων».

Σχολιάζοντας τα ταξίδια του Κ. Μητσοτάκη σε Παρίσι και Βερολίνο, ο Αλ. Χαρίτσης, επισήμανε ότι «ο αρχηγός της ΝΔ όσο βρισκόταν στην αντιπολίτευση επένδυσε σε έναν λαϊκιστικό λόγο -όπως στην περίπτωση των Πρεσπών ή με την καταστροφολογία για τα οικονομικά της χώρας- από τον οποίο τώρα προσπαθεί εναγωνίως να αποσυνδεθεί. Αυτό τον οδηγεί σε μια διαρκή αντίφαση».

«Η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ είχε διαμορφώσει όλες τις προϋποθέσεις για μια 

επιτυχή διαπραγμάτευση»

«Η χώρα μας έχει σημαντικές δυνατότητες για την επόμενη μέρα χάρη στην κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ», επισημαίνει ο Εκπρόσωπος Τύπου του ΣΥΡΙΖΑ, και προσθέτει πως «η περίπτωση με τα capital controls είναι χαρακτηριστική όσο και αν προσπαθεί η ΝΔ να παρουσιάσει την άρση τους ως προϊόν της δικής της πολιτικής». Αλλά και για τα πρωτογενή πλεονάσματα, τονίζει ότι «η συζήτηση θα έπρεπε να έχει ήδη ξεκινήσει από τη στιγμή που η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ είχε διαμορφώσει όλες τις προϋποθέσεις για μια επιτυχή διαπραγμάτευση», αφού είχε δημιουργήσει «έναν μηχανισμό που έδινε τη δυνατότητα μείωσης των πλεονασμάτων χωρίς να υπάρξει ζήτημα τήρησης των συμφωνηθέντων«. «Με αυτό το εργαλείο θα μπορούσαμε να προχωρήσουμε σε στοχευμένες ελαφρύνσεις. Και τι έκανε η ΝΔ; Απαξίωσε και αχρήστευσε τα διαπραγματευτικά εργαλεία της χώρας».

Για την επικείμενη κατάθεση του αναπτυξιακού σχεδίου από την ΝΔ, ο Αλ. Χαρίτσης επισημαίνει: «Ο ΣΥΡΙΖΑ, διαμόρφωσε για πρώτη φορά ένα συνεκτικό αναπτυξιακό σχέδιο στο οποίο το ζήτημα των επενδύσεων συνδεόταν με κριτήρια για την περιβαλλοντική νομοθεσία, την εργασιακή προστασία, τη σύνδεση με άλλες κοινωνικές ανάγκες και προϋποθέσεις. «Ενώ μέχρι τώρα η ΝΔ δεν έχει καταθέσει τίποτα που να παραπέμπει σε “σχέδιο” και δη για την ανάπτυξη. Αυτό είναι επιλογή της, καθώς της επιτρέπει να 

τσαλαβουτάει και να ικανοποιεί συγκεκριμένες δεσμεύσεις της στο όνομα της ανάπτυξης. Είδαμε για παράδειγμα να συνδέεται η ανάπτυξη και η προσέλκυση επενδύσεων με την υπόθεση του Ελληνικού. Στην πράξη γρήγορα καταλάβαμε ότι πρόκειται για ένα πυροτέχνημα, καθώς το θέμα είχε ήδη δρομολογηθεί από την κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ. Αυτό που προσπαθεί να κάνει τώρα η ΝΔ είναι, αλλάζοντας τη σύνθεση του ΚΑΣ και επαναφέροντας ζητήματα που είχαν λυθεί, να εξυπηρετήσει τα συμφέροντα του επενδυτή. 

Στο ίδιο κλίμα είδαμε τον κ. Γεωργιάδη να λέει ότι θα δώσουμε σε ιδιώτες την αξιολόγηση όλων των επενδυτικών σχεδίων που θα κατατεθούν στον αναπτυξιακό νόμο και στο ΕΣΠΑ. Ενώ, δηλαδή, ο ΣΥΡΙΖΑ προσπάθησε να καθιερώσει ένα καθεστώς διαφάνειας και αντικειμενικότητας στις επενδύσεις, η ΝΔ τώρα θέλει να επανέλθει σε πελατειακές λογικές των προηγούμενων χρόνων».

Για το ζήτημα του εκλογικού νόμου, στηλιτεύει τις ενδοκυβερνητικές αντιφάσεις, κυρίως όσον αφορά στην ψήφο των Ελλήνων του εξωτερικού, και σημειώνει για το θέμα της απλής αναλογικής: «Εμείς θα υπερασπιστούμε το διαχρονικό αίτημα για την απλή αναλογική και ειλικρινά ελπίζουμε ότι η ΝΔ δεν θα προβεί σε συνταγματικές ακροβασίες -με τη συναίνεση του ΚΙΝΑΛ- για να την παρακάμψει».

«Κύριο ζητούμενο η σύνδεση της κοινοβουλευτικής δράσης με την κοινωνική 

δυναμική»

Για την αντιπολιτευτική στάση του ΣΥΡΙΖΑ ο Αλ. Χαρίτσης υπενθυμίζει ότι «η κοινοβουλευτική ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ με στοχευμένες παρεμβάσεις έχει αναδείξει για παράδειγμα τις θεσμικά και κοινωνικά απαράδεκτες πρωτοβουλίες του κυρίου Βρούτση στα εργασιακά». Ερωτηθείς και για το θέμα των κοινοβουλευτικών συγκλίσεων, σημείωσε πως «ο ΣΥΡΙΖΑ είναι η μεγάλη δύναμη του αριστερού – προοδευτικού σκέλους του πολιτικού φάσματος, είναι το μεγαλύτερο κόμμα της Αριστεράς στην Ευρώπη και οι συσχετισμοί συνολικά στο πολιτικό σύστημα Αριστεράς-Δεξιάς είναι τέτοιοι που επιτρέπουν να διαμορφωθούν συγκλίσεις και κοινοί βηματισμοί». Ωστόσο, όπως είπε: «Το κύριο ζητούμενο για την επόμενη μέρα, και εκεί συμφωνώ ότι έχουμε να κάνουμε περισσότερα, είναι η σύνδεση της κοινοβουλευτικής δράσης με την κοινωνική δυναμική. Πώς δηλαδή θα συνομιλήσουμε με τις κοινωνικές αντιστάσεις και τις αναζητήσεις δυναμικών τμημάτων της ελληνικής κοινωνίας που αρχίζουν να δυσφορούν με τη συντηρητική παλινόρθωση που έχει φέρει η ΝΔ. Προφανώς όλα αυτά διαπλέκονται με το εγχείρημα της πολιτικής και οργανωτικής αναβάθμισης του ΣΥΡΙΖΑ».

«Ο ΣΥΡΙΖΑ είναι η δύναμη που υπερασπίζεται τα συμφέροντα των ασθενέστερων και μικρομεσαίων στρωμάτων, ενώ μπορεί να συνομιλήσει  με στρώματα που ενδεχομένως μέχρι σήμερα δεν είχαν οργανική σύνδεση με την αριστερά», υπογραμμίζει ο Αλ. Χαρίτσης.

Απαντώντας σχετικά για τις  εξελίξεις στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ σημειώνει: «Έχουμε να αναμετρηθούμε με την εξαιρετικά ενδιαφέρουσα εμπειρία ενός κόμματος της αριστεράς στην κυβέρνηση σε ιδιαίτερα δυσμενείς συνθήκες. Είμαστε σε μια νέα συνθήκη. Ο ΣΥΡΙΖΑ είναι αξιωματική αντιπολίτευση μετά από 4,5 χρόνια πολύ δύσκολης και επίπονης διακυβέρνησης, με επιτυχίες αλλά και λάθη. Έχουμε εδραιωθεί πια ως μια μεγάλη, λαϊκή, αριστερή δύναμη και τώρα έχουμε μια μεγάλη ευθύνη: να συζητήσουμε οργανωμένα και παραγωγικά για το πώς προχωράμε». 

«Διερευνούμε την προοπτική για ένα ευρωπαϊκό συνέδριο με όλα τα αριστερά κόμματα με θέμα την εμπειρία του 2015-2019. Το βασικό, όμως, είναι πώς πάμε από εδώ και πέρα και αυτό προϋποθέτει και μια ανάλυση, που θα πρέπει να ξεφεύγει από εύκολες σχηματοποιήσεις, για το ποια είναι η ελληνική κοινωνία του 2019 και ποια κοινωνικά στρώματα μας στήριξαν τελικά. Η εκτίμηση που κάνω, είναι ότι θα δούμε μεγάλες διαφορές σε σχέση με όσα ξέραμε πριν την κρίση. Οι άνθρωποι που ψηφίζουν τον ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι ούτε μόνο άνθρωποι της παραδοσιακής αριστεράς, ούτε μόνο πρώην πασόκοι, κεντροαριστεροί, σοσιαλδημοκράτες, αλλά και ένα πρεκαριάτο, που μπορεί να μην είχε σχέση με πολιτικά κόμματα, αλλά  αντιλαμβάνεται ότι ο ΣΥΡΙΖΑ υπερασπίζεται τα συμφέροντά τους», τονίζει.

Για το επικείμενο Συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ και τη διεύρυνσή του, ο Αλ. Χαρίτσης αναφέρει: «Το συνέδριο αυτό θα έχει ένα ιστορικό χαρακτήρα για τον ΣΥΡΙΖΑ και την αναβάθμισή του. Η διεύρυνση θέλουμε να είναι ποσοτική, να αποκτήσουμε δηλαδή περισσότερα μέλη, αλλά κυρίως ποιοτική, πώς δηλαδή θα αποκτήσουμε ισχυρούς αρμούς στην κοινωνία και με όσους μας προσεγγίζουν». Και καταλήγει: «Βασικό στοιχείο αυτής της προσπάθειας είναι η προετοιμασία μιας νέας πολιτικής διακήρυξης, που θα περιγράφει το ρόλο που θα πρέπει να έχει ο ΣΥΡΙΖΑ στις νέες συνθήκες. Η διακήρυξη αυτή διαπλέκεται με την προετοιμασία των θέσεων για το συνέδριο. Θέλουμε ένα κείμενο που θα συμπυκνώνει αφενός την εμπειρία από τη διακυβέρνηση του 2015-2019, και κυρίως θα περιγράφει το πώς αντιλαμβανόμαστε το ρόλο μιας σύγχρονης, ριζοσπαστικής αριστερής παράταξης και ενός πολυσυλλεκτικού κόμματος της αριστεράς, όπως είναι ο ΣΥΡΙΖΑ».